Η Εύβοια το δεύτερο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας, μαζί με τη γειτονική  Σκύρο,  αποτελούν ιδανικούς  τουριστικούς  προορισμούς τεσσάρων εποχών τόσο για τους Έλληνες όσο και  τους ξένους επισκέπτες.Σας προσκαλούμε να τους εξερευνήσετε!

Εύβοια.... Όλη η Ελλάδα σε ένα νησί

 

 


Στην μοντέρνα ιστορία της  Εύβοιας και της Σκύρου, από την επανάσταση του 1821 και μετά, υπήρξαν μορφές που ξεχώρισαν και πρόβαλαν τα νησιά πανελλαδικά αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Μερικές από αυτές είναι:   

Νικόλαος Κριεζώτης αρχιστράτηγος Ευβοίας που οδήγησε τους Ευβοιώτες στην επανάσταση έναντι των Τούρκων γνωστός και ως το Λιοντάρι της Εύβοιας.

Ευφροσύνη Σαμαρτζίδου-Αγαθονίκη Αντωνιάδου,Σκυριανές ποιήτριες που ανάπτυξαν την δημιουργικότητά τους αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Αγγελής (Γοβιός) Τζουτζάς/ος  με σπουδές στις πολεμικές τέχνες με γενναιότητα & θάρρος υπήρξε πρωτεργάτης του Ευβοϊκού ξεσηκωμού της επανάστασης του 1821.

Ιωάννης Βελισαρίου  στρατιωτικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.

Γιαννούλης Μπαμπούσης πρωτομάστορας της Σκυριανής Ξυλογλυπτικής με εξαιρετικά έργα στο ενεργητικό του.

Δημήτρης Γαλάνης χαράκτης από τους πρώτους στον Ελληνικό καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς και ζωγράφος-γελοιογράφος, ισόβιο μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών.

Χαϊνάς Γιώργος αγωνιστής του έπους της Αλβανίας, αλλά και του πόλεμου με την Γερμανία στην αντίσταση.

Βασίλης Λούλης υπήρξε αγωνιστής και λογοτέχνης-πεζογράφος.

Νίκος Σκαλκώτας γεννημένος στη Χαλκίδα τον Μάρτιο του 1904, ο Σκαλκώτας είχε την τύχη η οικογένειά του να αποτελείται από αυτοδίδακτους μουσικούς (ο πατέρας του Αλέκος και ο θείος του Κώστας συμμετείχαν στην Αντώνειο Φιλαρμονική και ήταν εκείνοι που του έδωσαν τα πρώτα μαθήματα).

 Από την Αθήνα, όπου ως παιδί-θαύμα του βιολιού σπούδασε στο Ωδείο και αποφοίτησε με βραβείο Συγγρού, βρέθηκε στα 17 του, με υποτροφία Αβέρωφ, στο Βερολίνο, το μουσικό σταυροδρόμι της εποχής, και φοίτησε δίπλα στον Φίλιπ Γιάρναχ, στον Αρνολντ Σένμπεργκ (ο οποίος και τον ξεχωρίζει στους δέκα καλύτερους μαθητές του, στο σύγγραμμά του «Style and Ιdea») και αργότερα στον Κουρτ Βάιλ και στον Φερούτσιο Μπουζόνι. Εκεί άφησε την καριέρα τού βιολονίστα και άρχισε να συνθέτει τα μεγάλα έργα του (από τα πρώτα καταγραμμένα είναι και η ενορχήστρωση της «Κρητικής γιορτής» του Δημήτρη Μητρόπουλου), ενώ στο μεταξύ έχει πάρει και υποτροφία από τον Εμμανουήλ Μπενάκη.

Την περίοδο 1929-30 θα πρέπει να τοποθετηθεί ο γάμος του με τη Ματθίλδη Τέμκο, από την οποία αποκτά μια κόρη, την Αρτεμη.

Το 1931 διακόπτεται η υποτροφία του και αρχίζουν τα οικονομικά προβλήματα. Διακόπτει τα μαθήματα με τον Σάινμπεργκ. Σταματάει τη σύνθεση ενώ ο χαρακτήρας του αλλάζει, γίνεται εσωστρεφής.

Το Μάιο του 1933 εγκαταλείπει αιφνίδια το Βερολίνο και επιστρέφει στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω του τα πάντα, μαζί και όλη του τη μουσική.

Τον ίδιο μήνα, μπροστά στο φάσμα του ανερχόμενου Ναζισμού, εγκαταλείπει το Βερολίνο και ο Σάινμπεργκ.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα εμφανίζεται ως διευθυντής ορχήστρας, παρουσιάζοντας και έργα δικά του. Δέχεται όμως κακές κριτικές. Αρχίζει να δουλεύει ως βιολιστής στις ορχήστρες της Αθήνας (Κρατικής, Ραδιοφωνίας, Λυρικής Σκηνής). Αντιμετωπίζει προβλήματα οικονομικά και υγείας. Ενώ με την αγαπημένη του σύνθεση ασχολείται τις ελεύθερες ώρες του, ιδίως το βράδυ.

Σε ηλικία 36 ετών συγγράφει την «Τεχνική της ενορχηστρώσεως». Σε ηλικία 42 ετών παντρεύεται τη Μαρία Παγκαλή, ενώ μετά από ένα χρόνο γεννιέται ο γιος του Αλέκος.

Πεθαίνει σε ηλικία 45 ετών, στις 19 Σεπτεμβρίου από περίσφιξη κήλης. Έχει γράψει: έργα για σόλο πιάνο και δύο πιάνα, κονσέρτα για πιάνο και δύο πιάνα, έργα για βιολί και πιάνο, έργα για βιολοντσέλο και πιάνο, μουσική δωματίου με πιάνο, κονσέρτα συνοδεία πιάνου, αναγωγές από ορχήστρα για πιάνο, τραγούδι με πιάνο, χορωδία με πιάνο, διάφορα σόλο όργανα, μουσική δωματίου χωρίς πιάνο, ορχηστρικά έργα, ορχήστρα-φωνές, χορωδία α΄καπέλλα, φωνές με άλλα όργανα.

Η δύσκολη κατάσταση οδηγούσε τον Σκαλκώτα να επινοήσει κάτι τελείως καινούριο, τελείως δικό του. Η αποστολή τούτη δεν έμοιαζε εύκολη. Ετσι, στα χρόνια της τετραετίας 1927-1931 που μαθήτευε δίπλα στον Schonberg, μ' όλο το σεβασμό, αναπτύχθηκε μέσα του μια αμφιβολία, ιδίως για την αρμονική υπόσταση του δωδεκάφθογγου συστήματος. Η αμφιβολία επιτάθηκε στην επόμενη, «κενή» τετραετία (1931-35) αναμονής και εξερεύνησης, παίρνοντας σαφώς τις διαστάσεις μιας μεγάλης κι αγεφύρωτης εσωτερικής κρίσης. Η υπερνίκηση της κρίσης έγινε βαθμιαία. Οταν, στα μέσα του 1935, έστηνε το καινούριο σύστημά του, με πολύ ενθουσιασμό και χαρά, διατηρούσε ακόμη αρκετές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του ιδίως στην αρμονική του: θα χρειαστεί να περάσει άλλη μια -τρίτη- τετραετία (1935-39) για να στερεωθεί πλήρως το νέο σύστημα και να καρποφορήσει πέρα για πέρα.

Η μεγάλη ανακάλυψη του Νίκου Σκαλκώτα είναι, λοιπόν, η αποτελεσματική (συχνά «μαγική», χρήση της «ευφωνίας». Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Κάθε τυχαίο διάφωνο διάστημα δεν είναι κατάλληλο για «ευφωνική» χρήση: η επιλογή πρέπει να γίνει σωστά και απαιτητικά, πράγμα συνήθως δυσκολότατο, που όμως διευκολύνεται από την ασυνήθιστη εσωτερική ακοή και ηχητική φαντασία του Σκαλκώτα.

Δεν είναι μόνο η χρήση δημοτικών στοιχείων, κατά αναγνωρίσιμο τρόπο, που στηρίζει την ελληνικότητα του Νίκου Σκαλκώτα. Είναι μια πιο γενικευμένη, διάχυτη «ροή», μέσα σ' όλο του το έργο, ιδίως το ατονικό (δωδεκάφθογγο ή μη δωδεκάφθογγο), όσο κι αν τούτο μοιάζει παράξενο, που τον συνδέει με στοιχεία του Νότου της Ευρώπης, της Μεσογείου, των Βαλκανίων, της Ελλάδας φυσικά, και ακόμη της Εγγύς και Μέσης Ανατολής.

Τα στοιχεία τούτα είναι, πρώτιστα, μια ολόθερμη, διαχυτική σχεδόν αγάπη για τον ήχο αυτόν καθ' εαυτόν, καλώντας τον ακροατή και τον μελετητή του έργου του ν' απολαύσει, ελεύθερα, άνετα κι αισθησιακά, την ομορφιά και την πληρότητα του ηχητικού φαινομένου. Είναι ακόμη η ευφωνία των ηχητικών συνδυασμών (π.χ. συγχορδιών). Και τα δύο αυτά στοιχεία ενέχουν μια προσέγγιση περιβαλλοντική στον γύρω μας φυσικό κόσμο, ζωικό, φυτικό, υδρολογικό, ανεμολογικό, μετεωρολογικό κ.ά. Παρέχουν δηλαδή μιαν υλική υπόσταση στο ηχητικό φαινόμενο, στο άλλο άκρο από την αφηρημένη προσέγγιση του Βορρά, όπως τόνισαν πολλές ξένες κριτικές: «Αγάπη του Νότου που τραγουδά, σ' αντίθεση με την αφαίρεση του Βορρά», έγραψαν. Και ναι μεν κι η «αφηρημένη» πλευρά συνυπάρχει στο έργο του Σκαλκώτα (π.χ. «μαθηματικοποίηση» προς πολλές κατευθύνσεις, τόσο βασική, ή χρήση πολυσύνθετων μορφικών σχημάτων, κ.λπ.), αλλά ποτέ δεν ξεχνιέται η υλική, αισθησιακή υπόσταση των ηχητικών στοιχείων, πάνω στα οποία στηρίζεται κι η μαγεία του.

Μια τελείως άλλη πλευρά της «ελληνικότητας» του Νίκου Σκαλκώτα αφορά τις πιο γενικές αξίες που χαρακτηρίζουν, εδώ και πολλές (ίσως εννέα) χιλιετίες, την τέχνη που προέκυψε σ' αυτόν τον τόπο με γνωστότερα στοιχεία: μέτρο, σωστές αναλογίες, ενάργεια περιγραμμάτων, συγκράτηση, αποφυγή του ανεξέλεγκτα γιγαντιαίου, αίσθηση του συνόλου βασισμένη στην ανάλυση της λεπτομέρειας, κομψότητα στη διατύπωση του ουσιώδους, και τόσα άλλα θαυμαστά γνωρίσματα, «ειδοποιούς διαφορές» αυτού που αποκαλούμε «κλασικισμό».

Από την άλλη μεριά, μια διαφορετική κατηγορία από «αρετές» που απορρέουν από το είδος του περιβάλλοντος που αναπνέουμε στον ευλογημένο από τη φύση αυτόν τόπο: το φως του, τον ήλιο του, την πολυχρωμία του, τον αγνό αέρα του -έστω κι ανεμώδη ή θυελλώδη- τους κοφτερούς, άγριους βράχους του, τα πανταχού παρόντα βουνά του, τις μαγευτικές θάλασσες (που, κατά τους ειδικούς, περιέχουν «τα ωραιότερα χρώματα έμβιων όντων» από κάθε άλλη περιοχή του πλανήτη), τις ασύγκριτες παραλίες, τις 8.000 θαυμαστές σπηλιές, τα 8.000 είδη αγριολούλουδα και τόσες άλλες φυσικές μοναδικότητες του τόπου τούτου. Τις μοναδικότητες αυτές τις εισπνέουμε, διαποτίζουν όλες τις αισθήσεις μας, μας αγκαλιάζουν και μας αιχμαλωτίζουν, μαγεύουν το πνεύμα μας, τη συνείδησή μας, τη συμπεριφορά μας, όμοια σ' όλες τις χιλιετίες. Από την αρχή της Νεολιθικής εποχής, όλα αυτά ελάχιστα άλλαξαν στο ελληνικό περιβάλλον. Εγιναν, έτσι, τόσο αυτονόητα, που ξεχνούμε την παρουσία τους. Κι όμως διαποτίζουν το έργο κάθε γνήσιου Ελληνα: από τον Θεόφιλο ή τον Παναγιώτη Ζωγράφο, ώς τον δημιουργό ενός μεταβυζαντινού ξωκλησιού, ενός νησιώτικου χωριού, ώς τα ακόμη πιο υψιπετή Ζαγοροχώρια (ή χωριά του Πηλίου, της Δ. Μακεδονίας, κ.λπ.), όπου η μαγική ένωση ανθρώπινου δημιουργήματος με τη γύρω υπερβατική φύση, κάθε τι που βγαίνει από το χέρι ενός γνήσιου λαϊκού τεχνίτη - αρχιτεκτόνημα, τεχνικό έργο, ζωγραφιά, δημοτικό τραγούδι, δημοτικός χορός, ανάγλυφα, γλυπτά, φορεσιές, κεντήματα, κεραμικά, έπιπλα, ακόμη κι αυλές, πλακόστρωτα, κήποι, λιμανάκια, δρομάκια, αλλά και μεγαλύτερα «λαϊκά πολεοδομικά σύνολα»- αποπνέουν τον ίδιο αέρα, το ίδιο φως, τον ίδιο ζωοποιό ήλιο, στην ελληνικότατη διατύπωσή τους.

Την αίσθηση τούτη την είχε, μύχια αλλά σθεναρά, πέρα για πέρα ο Νίκος Σκαλκώτας, την αίσθηση της προέλευσης από τον μαγικό τούτο τόπο, μ' όλες τις υπερβατικότητες μέσα στα πλαίσια του κλασικού, που τροφοδότησε τόσα εκπληκτικά ανθρώπινα δημιουργήματα εδώ, επί εννιά χιλιετίες, σ' αντίθεση με μία μόνον χιλιετία της Δυτικής Ευρώπης, που τόσο τη θαυμάζουμε (δίκαια βέβαια) και πάμε να τη μιμηθούμε (αδέξια κι άδικα, εις βάρος της κορυφαίας και τόσο μονιμότερης ελληνικότητάς μας).

Ο Σκαλκώτας παραμένει γνήσιο τέκνο της πνευματικής Ελλάδας, όχι μόνο μέσω της δημοτικής μουσικής της, που τόσο τη λάτρευε, αλλά και σαν έκφραση ενός μοναδικού πνευματικού και πολιτισμικού κόσμου σε μια μικρή μεν, αλλά περιβαλλοντικά θαυματουργή περιοχή του πλανήτη.


Λέλα Καραγιάννη υπήρξε κορυφαίαηρωίδα της εθνικής αντίστασης εναντίων των γερμανών ναζί.

Γεώργιος Παπανικολάου γεννήθηκε στην Κύμη Ευβοίας το 1883 και πέθανε το 1962 στο Μαϊάμι της Φλώριδας. Υπήρξε διάσημος γιατρός, βιολόγος και ερευνητής. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1907 μετέβη στη Γερμανία όπου παρακολούθησε μαθήματα βιολογίας και στη συνέχεια άρχισε τις βιολογικές του έρευνες.

Το 1913 αναχώρησε για τις ΗΠΑ όπου και εργάσθηκε ως βοηθός στον κλάδο της ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Κορνέλ. Ακολούθως εκλέχθηκε υφηγητής, έκτακτος καθηγητής και τέλος τακτικός καθηγητής της ανατομίας και ιστολογίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου αυτού.

Το 1923 εφάρμοσε τη μέθοδό του test pap για τη διάγνωση του καρκίνου της μήτρας.

Είναι ο  άνθρωπος που χάρισε ζωή στις γυναίκες όλου του κόσμου. Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις.

Το 1949 η  Ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα της, ενώ η Ακαδημία Αθηνών το 1957 τον ανακήρυξε επίτιμο μέλος της. Μεταθανάτια του απενεμήθη και το βραβείο του ΟΗΕ.


Σκαρίμπας Γιάννης γεννήθηκε το 1897 στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας. Ξεκίνησε να σπουδάζει φιλοσοφία στην Αθήνα, αλλά εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Χαλκίδα όπου εργάστηκε ως εκτελωνιστής. Άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και σε ένα διαγωνισμό που διοργάνωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» κέρδισε το πρώτο βραβείο για το διήγημά του «Ο Καπτάν Σουρμελής και ο Στουραΐτης». Υπήρξε πολυγραφότατος και εκκεντρικός. Μέσα από τη γραφή του καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα και τα πνευματικά ήθη της εποχής του. Εγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και θέατρο. Τα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα είναι: «Μαριάμπας», «Εαυτούληδες», «Το σόλο του Φιγκαρό», «Το Βατερλώ δύο γελοίων», «Το θείο τραγί», «Το 1821 και η αλήθεια». Τα θεατρικά: «Η Γυναίκα του Καίσαρος», «Τα καγκουρώ», «Η κυρία του τραίνου» κ.ά. Πέθανε στη Χαλκίδα το 1984. 

ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Για να τα δείτε κάντε κλικ εδώ

 

 

Μάγειρος Δημήτρης μαθηματικός και διαστημικός ερευνητής, επίσης διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην Αμερική σπούδασε ανώτερα μαθηματικά και έγινε μαθηματικός σύμβουλος της General Electric.

Θεόδωρος Σκούρας ιατρός, ερευνητής, δημιουργός βιβλίων με θέμα την Εύβοια, γραμμένα με επιστημονική προσέγγιση και προσωπική υπέροχη φωτογράφιση από τον ίδιο.

Ασλάνης Μιχάλης  διεθνούς φήμης μόδιστρος και διακοσμητήςτης νεότερης Ελληνικής ιστορίας.

Μυταράς Δημήτρης
γεννήθηκε στην Χαλκίδα το 1934. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ με δασκάλους τον Σπ. Παπαλουκά και τον Γ. Μόραλη. Με υποτροφία του ΙΚΥ σπούδασε σκηνογραφία στο Παρίσι, με τους Λαμπίς και Ζ.Λ. Μπαρρώ, καθώς και εσωτερική διακόσμηση στη Metiers d’ Art.

Από το 1975 διδάσκει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών και έχει πάρει μέρος σε όλες τις σημαντικές Μπιενάλε. Η ζωγραφική του χαρακτηρίζεται από χρωματική διαύγεια και έντονο εξπρεσιονισμό.

Ο καλλιτέχνης έχει πει ο ίδιος για την δουλειά του «Η δική μου ζωγραφική είναι εξωστρεφής. Θέλει να επικοινωνήσει και να λέει πράγματα. Θέλει να μεταδίδει ένα εικαστικό μήνυμα. Αυτό, κατ’ επέκταση είναι κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μου».

Επίσης, για την εμπειρία του στη Σχολή Καλών Τεχνών μεταξύ άλλων έχει πει «… Το μεγάλο πρόβλημα για ένα δάσκαλο είναι κατά τη γνώμη μου να εμπνεύσει πίστη και ενθουσιασμό στου μαθητές του. Μετά έρχονται οι γνώσεις» και «…Αισθάνομαι ζωντανό το χώρο μου και πιστεύω ότι έχω πολύ καλές σχέσεις με τους σπουδαστές και τους συνεργάτες μου. Δίνω και παίρνω απ’ αυτούς. Αν κάποτε όλα αυτά πάψουν να υφίστανται τότε θα παραιτηθώ, ούτε η δόξα ούτε τα χρήματα της Σχολής με συγκινούν…».  

ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Για να τα δείτε, κάντε κλικ εδώ

 

Ορέστης Μακρής

Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1898 στη Χαλκίδα. Άρχισε την καριέρα του το 1925 σαν τενόρος της ελληνικής οπερέτας, από την οποία μεταπήδησε στην επιθεώρηση το 1932.

Διαθέτοντας μια θαυμάσια φωνή, έπλασε τον τύπο του μπεκρή, που στα νούμερά του κατέληγε να τραγουδάει καντάδες. Τον ίδιο χαρακτήρα ενσάρκωσε και στον κινηματογράφο το 1950, στην ταινία «Ο Μεθύστακας» του Γιώργου Τζαβέλλα.

Στις περίπου σαράντα ταινίες που συμμετείχε κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 εμφανίστηκε ως συντηρητικός πατέρας, φιλάργυρος γρουσούζης και «ανάποδος» γέροντας, που όμως στο βάθος είναι αγαθός και ευαίσθητος και βρίσκει το προσωπείο του απρόσιτου ως άμυνα για να επιβιώσει.

Χαρακτηριστικές είναι οι ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Η θεία από το Σικάγο» (1957), «Το αμαξάκι» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλλήκαρα» (1960). Πέθανε στις 30 Ιανουάρίου του 1975, στην Αθήνα.

 

Σωτηρία Μπέλλου

Κορυφαία τραγουδίστρια του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1921 στο χωριό Χάλια της Χαλκίδας. Ήταν μέλος εύπορης οικογένειας και η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια της. Είχε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι. Στο πλευρό του, «ζυμώθηκε» από μικρή με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική.

Τραγουδίστρια αποφάσισε να γίνει όταν είδε στον κινηματογράφο την ταινία «Η Προσφυγοπούλα» με τη Σοφία Μπέλλου. Οι γονείς της, όμως, είχαν αντιρρήσεις κι έτσι σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να κατεβεί μόνη στην Αθήνα. Εκεί παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Τριμούρα, ελεγκτή στα λεωφορεία, με τον οποίο είχε γνωριστεί όσο ήταν ακόμη στη Χαλκίδα. Ο γάμος τους κράτησε μόνο έξι μήνες και η Σωτηρία βρέθηκε στις φυλακές «Αβέρωφ», όταν στον τελευταίο τους καβγά του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Στο Εφετείο η ποινή της μειώθηκε από 3,5 χρόνια σε 6 μήνες και αφέθηκε ελεύθερη.

Το μαρτύριό της συνεχίστηκε όταν επέστρεψε στο πατρικό της στη Χαλκίδα, καθώς οι δικοί της θεωρούσαν ότι τους ντρόπιαζε. Μην αντέχοντας το καθημερινό ξύλο, αποφάσισε να ξαναδοκιμάσει την τύχη της στην πρωτεύουσα. Καθώς η μέρα αυτού του ταξιδιού της συνέπεσε με την 28 Οκτωβρίου 1940, πέρασε όλη την περίοδο του πολέμου και τα χρόνια της Κατοχής κάτω από δύσκολες συνθήκες και κάνοντας διάφορες δουλειές. Ανάμεσα στα άλλα τραγουδούσε για ένα χαρτζιλίκι σε διάφορα ταβερνάκια, με μια κιθάρα που είχε αγοράσει στο μεταξύ.

Μετά την απελευθέρωση και αφού γνώρισε από κοντά την αγριότητα και τις διώξεις του Εμφυλίου, όντας ενεργό μέλος του αντάρτικου, την ανακάλυψε σε μια ταβέρνα των Εξαρχείων ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης και τη σύστησε στο φίλο του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο βάρδος του ρεμπέτικου ενθουσιάστηκε από τη φωνή της και της πρότεινε να μπουν μαζί στο στούντιο.

Η επιτυχία των πρώτων της ηχογραφήσεων με τον αξέχαστο Τσιτσάνη («Συννεφιασμένη Κυριακή», «Τα Καβουράκια», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή») την καθιέρωσε ως λαϊκή τραγουδίστρια, ενώ τα χρόνια 1948 - 1955 ήταν περιζήτητη ανάμεσα στους κορυφαίους συνθέτες. Μεταξύ άλλων, συνεργάστηκε με τους Γιάννη Παπαϊωάννου («Γύρνα στη ζωή την πρώτη», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου», «Άνοιξε, άνοιξε»), Γιώργο Μητσάκη («Ο ναύτης», «Το σβηστό φανάρι»), Απόστολο Καλδάρα («Είπα να σβήσω τα παλιά»), Απόστολο Χατζηχρήστο, Μανώλη Χιώτη κ.ά.

Η καριέρα της γνώρισε μία κάμψη στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας '60. Από το 1966, όμως, κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας ερμηνεύτριας του είδους, προχωρώντας σε πρωτοποριακές συνεργασίας με σύγχρονους έντεχνους συνθέτες: Μούτσης («Το φράγμα»), Σαββόπουλος («Το βαρύ ζεϊμπέκικο»), Ανδριόπουλος («Λαϊκά προάστια»), Κουνάδης («Δεν περισσεύει υπομονή»), Λάγιος («Λαός»), Ανδριόπουλος κ.ά. Παράλληλα, ξανατραγούδησε παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας, καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Το Μάρτιο του 1993 ήρθε αντιμέτωπη με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας, όταν εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο «Σωτηρία» με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια και πνευμονικό εμφύσημα. Λίγο αργότερα, διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα. Έχασε τη φωνή της και δύο ημέρες πριν τα 76 γενέθλιά της, στις 27 Αυγούστου 1997, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά.

 

 

Λέλα  Καραγιάννη


Η Λέλα Καραγιάννη - μια λυγερόκορμη επιβλητική γυναικεία μορφή, με μάτια μελιά, μεγάλα και αστραποβόλα, φωνή ζεστή, βελούδινη και καρδιά λέαινας - γεννήθηκε στα 1899 στη Λίμνη της Βόρειας Εύβοιας. Ήταν γόνος της ιστορικής Σπετσιώτικης οικογένειας των Μπούμπουλη, κόρη της Σοφίας Ιωάννου Μπούμπουλη.

Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκε Σμυρνιό έμπορο αρωματικών - φαρμακευτικών υλών και σκευασμάτων, τον Νικόλαο Καραγιάννη, ο οποίος δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά – μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή - στο κέντρο της Αθήνας.

Η Λέλα Καραγιάννη δημιούργησε τότε μια πολυπληθή οικογένεια αποτελούμενη από επτά παιδιά: το Γιώργο, το Βύρωνα, το Νέλσονα, την Ιωάννα, την Ηλέκτρα, τη Νεφέλη και την Ελένη. 

Δυναμική και ακούραστη γυναίκα η Λέλα Καραγιάννη διαμοιράζει το χρόνο της καθημερινώς μεταξύ σπιτιού - με τις ιδιαιτέρως απαιτητικές οικογενειακές υποχρεώσεις της φροντίδας των επτά παιδιών της - και του καταστήματος της οικογενειακής επιχείρησης στην οδό Λήμνου 1, μα και της άοκνης προσφοράς στην κοινωνία και τον άνθρωπο που πάσχει, υποφέρει.

Αυτόν τον άνθρωπο θα δεί αιμόφυρτο και ψυχορραγούντα στο μέσο του δρόμου χτυπημένο ανελέητα από τη βάρβαρη μανία του Γερμανού δήμιου (που λίγες μέρες πριν έχει υποδουλώσει την Αθήνα, την Ελλάδα και συνάμα έχει αναρτήσει στο Ιερότερο Σύμβολο του Ανθρωπίνου Πνεύματος – την Ακρόπολη - το μιαρό σύμβολο του χιτλερισμού, τον αγκυλωτό σταυρό) και θα σπεύσει αυθόρμητα να του απλώσει το χέρι, να τον πάρει κοντά της, να τον περιθάλψει, να τον φροντίσει. 

Η ευαίσθητη ψυχή της συγκλονίζεται. Ο Άνθρωπος, ο Αγκυλωτός Σταυρός, το ανατριχιαστικό ηχοβολητό της ερπύστριας του τάνκς και της βαριάς γερμανικής αρβύλας, τη σπρώχνουν, την ωθούν, τη βγάζουν στους δρόμους του Αγώνα, του Χρέους, της Θυσίας. 

«Παιδιά μου, τους λέγει, όλοι στον Αγώνα, στη θυσία, στο χρέος για τον Άνθρωπο και την Πατρίδα». Παιδιά της είναι: τα παιδιά της τα έξι μεγαλύτερα - νιόβγαλτα βλαστάρια στη ζωή των δέκα, δώδεκα, δεκαεπτά χρόνων, πλήν της μικρότερης (της Ελένης) που είναι νήπιο ακόμη - ο άνδρας της ο Νίκος και η στενή της φίλη Μάρτζωρη Δημοπούλου. «Γρήγορα, τους λέγει, να οργανωθούμε, να βοηθήσουμε, όπως μπορούμε. Η Πατρίδα, ο Άνθρωπος, ο Αγώνας ….». 

Την ακούν με προσοχή, κάνουν ό,τι τους προστάζει. Τρέχουν στους δρόμους, μαζεύουν τους χαμένους Εγγλέζους και Νεοζηλανδούς συμμάχους που βρίσκονται αποπροσανατόλιστοι - μετά την κατάρρευση του Μετώπου - κάπου στην Ελλάδα, τους κρύβουν, τους αλλάζουν χρώμα μαλλιών και προσώπου, αμφίεση και ταυτότητα, τους περιθάλπτουν, όσο χρειάζεται, και στη συνέχεια τους φυγαδεύουν με ψαροκάικα στα παράλια της Μικρασίας, για να βρεθούν στη συνέχεια στα συμμαχικά στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής.

 

Η ομάδας της Λέλας- που αρχικά είναι μια καθαρά οικογενειακή υπόθεση - σιγά σιγά επεκτείνεται και οργανώνεται αποκτώντας όλο και νέα μέλη, μα και όνομα, που δεν είναι άλλο από αυτό της προγονής της ηρωίδας του ’21 Λασκαρίνας Μπούμπουλη. 

«Μπουμπουλίνα», λοιπόν το όνομα αυτής και η δράση της πολυσχιδής παράτολμη, μεθοδική και ουσιαστική. Έτσι, πλέκει ένα οργανωμένο δίκτυο κατασκοπείας, διάχυσης πομπών σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο, μετάδοσης πληροφοριών στις αντάρτικες ομάδες των αδούλωτων ελληνικών βουνών και στο συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, οργανώνει και εκτελεί σαμποτάζ και αφαίρεση πολεμικού και άλλου χρήσιμου υλικού μέσα από τις εχθρικές αγκάλες, τροφοδοτεί αντάρτικες ομάδες με έμψυχο και άψυχο υλικό, σιτίζει και περιθάλπτει αναξιοπαθούντες Έλληνες, συμμάχους, μα και Ιταλούς καταδιωκόμενους από τη γερμανική θηριωδία μετά τη συνθηκολόγηση της χώρας τους, το Σεπτέμβρη του ’43. 

Αρωγούς σ’ όλη της την προσπάθεια έχει σημαντικές προσωπικότητες των Αθηνών (ανάμεσά τους: τον Αρχηγό της Αστυνομίας Άγγελο Έβερτ - ο οποίος έπαιξε και θετικό ρόλο - τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό, και άλλους) μα και πολίτες απλούς, άσημους.

 

Η αντιστασιακή της δράση γρήγορα γίνεται αντιληπτή από τις κατοχικές δυνάμεις, συλλαμβάνεται το Σεπτέμβρη του ’41, βασανίζεται σκληρά, μα απελευθερώνεται επτά μήνες αργότερα λόγω αμφιβολιών. 

Έκτοτε, παρακολουθείται στενά, μα με προσεκτικούς και επιδέξιους χειρισμούς καταφέρνει πάντα να δρα, κάτω από τη μύτη του κατακτητή, έχοντας στενούς συνεργάτες – πληροφοριοδότες μέσα στα ιταλικά και γερμανικά κατοχικά επιτελεία των Αθηνών και της επαρχίας. Ανάμεσά τους και οι Ιταλοί υπολοχαγοί Τζίμης Καλάρας και Πάολο Καστανίνο, μα και Γερμανοί αντιφασίστες στρατιωτικοί. 

Οι σύμμαχοι την ευγνωμονούν για τη δράση και τον Αγώνα της. Το συνθηματικό ήχημα «Τζάκσον εντ Τζάκσον. Άρωμα, ελήφθη» που στέλεται από τους Εγγλέζικους πομπούς προς τη Λέλα και την οργάνωση «Μπουμπουλίνα», η οποία συνεργάζεται και με πολλές άλλες αντιστασιακές οργανώσεις της Κατοχής, είναι η καλύτερη είδηση, πως: το μήνυμα της αποστολής έφθασε στον προορισμό του ή η συμφωνημένη αντιναζιστική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε επιτυχώς. 

 

Κι ενώ όλα βαίνουν κατ’ ευχήν, στις 11 Ιουλίου του ’44 - αυτή η Αθάνατη Ελληνίδα των Αιώνων - συλλαμβάνεται μαζί με πέντε από τα παιδιά της ως αρχηγός της αντιστασιακής οργανώσεως «Μπουμπουλίνα», κατηγορουμένη για κατασκοπεία και μετάδοση σημαντικών πληροφοριών στον εχθρό, δηλ. τους Εγγλέζους και τους Συμμάχους τους. Μαζί τους συλλαμβάνονται, βασανίζοντα και φυλακίζονται στα κολαστήρια της οδού Μέρλιν και άλλοι Πατριώτες.

 

Δυστυχώς ένας εξ’ αυτών, ο στενός συνεργάτης της Ρήγγος Ριζόπουλος -; που ανήκει στην ομάδα φωτογράφισης και δημιουργίας πλαστικών ταυτοτήτων των φυγαδευόμενων προς τη Μ. Ανατολή - σπάει και ομολογεί τα της δράσεως της ομάδας «Μπουμπουλίνα».

Η Λέλα υποβάλλεται σε φοβερά βασανιστήρια: ξυλοδαρμοί, αλλεπάλληλες γρονθοκοπήσεις στο πρόσωπο και σε άλλα μέλη του σώματός της, πύρωση των άκρων της με ηλεκτρική μηχανή, σπάσιμο των πλευρών της με μια χειρολαβή θύρας, πολυήμερη στέρηση νερού και τροφής, εξάρθρωση των άκρων της, και όλων των αρμών του σώματος με ανάρτησή της στο ικρίωμα, έχοντας δεμένα πόδια και χέρια όπισθεν της μέσης, απειλές εκτέλεσης των τέκνων της μπροστά στα μάτια της, κ.α, κ.α …. 

Ακλόνητη και ατάραχη αυτή η άτρομη Ελληνίδα με αυταπάρνηση και περιφρόνηση προς τους δημίους της αποκρίνεται: 

«Ζητάτε από μια Ελληνίδα μάνα να προδώσει τους συνεργάτες της για την Πατρίδα της με την απειλή του τουφεκισμού των παιδιών της. Έ, λοιπόν, όχι. Μάθετε ότι τα παιδιά μου ανήκουν στην Ελλάδα και το αίμα τους θα πνίξει τους Ούνους και όλη τη Γερμανία σας!….» 

Αυτοί μπλοφάρουν πως θα την απελευθερώσουν. Αυτό της ανακοινώνει ο Γερμανός διοικητής των φυλακών Αβέρωφ δέκα, δώδεκα ώρες πριν. Της ενεχειρίζει -όπως και σε κάποιους συντρόφους της- το αποφυλακιστήριο…

 

Τέσσερις πρωινή της 8ης Σεπτεμβρίου 1944. Ημέρα Παρασκευή. Η πόρτα του κελιού ανοίγει. 

Ένας Ιερέας εισέρχεται. Για τη Θεία Κοινωνία … 

Των Μελλοθανάτων …

Που πήραν αποφυλακιστήριο ψες αργά…

Που λίγο πριν, εκείνη, είχε πει στο συγκρατούμενό της Νίκο Μπάρδη, ο οποίος έτυχε τελικά χάριτος: 

«Πρέπει να είμαστε υπερήφανοι που πεθαίνουμε για την πατρίδα μας και πρέπει να πεθάνουμε σαν Έλληνες… Να δείξουμε στους Γερμανούς πως ο Έλλην δεν φοβάται το θάνατο, όταν πρόκειται για την πατρίδα». 

 

5.30 π.μ. Επιβίβαση στα καμόνια του θανάτου. Φρούρηση ισχυρή, πολυπληθής. 

Τόπος προορισμού: Χαϊδάρι, αλσύλλιο Δαφνιού. 

Σκοπός: «αναγκαστική» αφαίρεση ζωής, εκτέλεση, θάνατος …

Στον τοίχο 70 ορθά Ελλήνων κορμιά και σιμά τους ένα γυρτό, αυτό του συναγωνιστή Ρήγγου που λύγισε και μίλησε, πρόδωσε…

Οι ριπές κροταλλίζουν ρυθμικές , επαναληπτικές, ζεστές, ψυχρές, άσπλαχνες…. 

«Ψηλά το κεφάλι, παιδιά. Ζήτω η Ελλάδα …» 

Η φωνή της Λέλας σκεπάζει το θάνατο, τις ριπές, τα φαράγγια! 

«Τον Εθνικό Ύμνο, παιδιά. Και το χορό, του Ζαλόγγου». 

«Σε γνωρίζω απ’ την κόψη…» 

Εκεί, πάνω στην κόψη του σπαθιού την τρομερή πέφτει η Λέλα και οι άλλοι εβδομήντα. Ανάμεσά τους και η αγαπημένη της Μάρτζωρη Δημοπούλου και άλλες πέντε Ελληνίδες του Αγώνα, του Χρέους, της Θυσίας!

Λίγο μετά στους δρόμους της Αθήνας με θλίψη τους οι ανυπόταχτοι σκλάβοι θα συλλέξουν δύο χαρτάκια που πήρε ο άνεμος από τα χέρια των μελλοθανάτων Μανόλη Λίτινα και Γιάννη Χούπη σαν οδηγούνταν προς τα Μαρμαρένια Αλώνια, καρφιτσώνοντάς τα στο πέτο της Αιωνιότητας: 

«Σήμερα το πρωί τουφεκιζόμεθα. Πέφτουμε για την Πατρίδα με γέλιο στα χείλη για τη Λευτεριά. Μανόλης Λίτινας» 

 

«Θέλω να ζήσετε για να εκδικηθείτε και να προσεύχεστε για την ανάπαυση της ψυχής μας. Θάρρος. Συγγνώμη. Σας φιλώ. Γιάννης Χούπης».