Η Εύβοια το δεύτερο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας, μαζί με τη γειτονική  Σκύρο,  αποτελούν ιδανικούς  τουριστικούς  προορισμούς τεσσάρων εποχών τόσο για τους Έλληνες όσο και  τους ξένους επισκέπτες.Σας προσκαλούμε να τους εξερευνήσετε!

Εύβοια.... Όλη η Ελλάδα σε ένα νησί

 

 

Ιστορία της Χαλκίδας

 

…άνδρας θ’ οι πίνουσι ύδωρ ιερής Αρεθούσης

 

(Στράβων Γεωγραφικά C449)

 

Η πόλη της ιερής πηγής Αρέθουσας, η Χαλκίδα, χτισμένη πάνω στο στενό του Ευρίπου οφείλει την ετυμολογική ρίζα της ονομασίας της  στο ουσιαστικό Χαλκός και στα εργαστήρια επεξεργασίας του μετάλλου που υπήρξαν εκεί.

Η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Χαλκίδα παραδίδεται στα Ομηρικά Έπη και συγκεκριμένα στο νηών κατάλογο της Ιλιάδας (Β’, 536-541). Ο Ελεφήνωρ, βασιλιάς των Χαλκιδέων, αρχηγός των Αβάντων από την Εύβοια, σύμφωνα με το Έπος τίθεται επικεφαλής των σαράντα πλοίων, που οι άρχοντες του νησιού συνεισφέρουν στον στόλο των Αχαιών, που εκστρατεύει στην Τροία.

Ο πρωτοελλαδικός οικισμός της Μάνικας (3000-1900 π.Χ.) ταυτίζεται με την προϊστορική Χαλκίδα.

Τη Μυκηναϊκή περίοδο ο οχυρός οικισμός της Γλύφας στη Βοιωτική ακτή, ο θολωτός τάφος στο Πέι, και οι θαλαμοειδείς ταφές με σπουδαία κτερίσματα, μας αποδεικνύουν την σημαντική ανάπτυξη της περιοχής.

Στους Γεωμετρικούς χρόνους (γύρω στο 900 π.Χ.) τοποθετείται η δημιουργία του οικισμού στο Βαθροβούνι (ταυτίζεται με τον Κάνηθο, την ακρόπολη των ιστορικών χρόνων), νοτιοανατολικά της σημερινής πόλης.  Η πόλις διοικείται αριστοκρατικά από τους φεουδάρχες Ιπποβότες.

Συμμετέχει στον αποικισμό της Δύσης ιδρύοντας το Ρήγιο και τη Νάξο στην Κάτω Ιταλία, την Όλυνθο, την Τορώνη και τη Μηκύβερνα στο Βόρειο Αιγαίο.

Η σημαντική στρατηγική της θέση θα τη βάλει  στο στόχαστρο των Αθηναίων ήδη από τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.. Συμμετέχει στην Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία, αποστατώντας το 446 π.Χ., και ο ίδιος ο Περικλής επικεφαλής του Αθηναϊκού Στόλου την επαναφέρει στην τάξη, εγκαθιστώντας 2.000 Αθηναίους κληρούχους στα εδάφη της. Το 410 π.Χ. αποστατεί για άλλη μια φορά, οχυρώνοντας το στενό του Ευρίπου και αποκτά την ανεξαρτησία της. Το 334 π.Χ. τελεί υπό Μακεδονική πολιτική επιρροή, ενώ στα μισά του 3ου π.Χ. αιώνα δείχνει μια ισχυρή οικονομικά πόλη με Γυμνάσιο, Θέατρα, δύο λιμάνια και Αγορά γεμάτη καλλιτεχνήματα.

Την περίοδο της ρωμαιοκρατίας είναι το μεγάλο εμπορικό κέντρο του νησιού, αν και σταδιακά αρχίζει να χάνει την παλιά της αίγλη.

Η Βυζαντινή Χαλκίδα οχυρώνεται με τείχη και τάφρο, ενώ το 1082 ο Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός επιτρέπει στους Ενετούς να την χρησιμοποιούν σαν εμπορική σκάλα. Την ίδια περίοδο αρχίζει και η ακμή της Giudecca, της εβραϊκής κοινότητας. Το 1204 την καταλαμβάνουν οι Φράγκοι και από το 1216 περνά στον έλεγχο των Ενετών.

Το 1461 μπροστά στον τουρκικό κίνδυνο η Χαλκίδα, το ενετικό Negroponte, ετοιμάζεται με ενίσχυση της οχύρωσης της να αντιμετωπίσει τους εισβολείς. Στις 12 Ιουλίου του 1470 την καταλαμβάνει ο Μωάμεθ ο Β' και ο τελευταίος Βάιλος, θα μαρτυρήσει, εκτελούμενος δια πριονισμού μπροστά στην έδρα του Λατίνου Πατριάρχη.

Το οθωμανικό Εγριμπόζ διατηρεί την εμπορική αίγλη του Μεσαίωνα. Το 1688  ο Μοροζίνι και Γουλιέλμος Κάινξμαρκ αποτυγχάνουν να την καταλάβουν από τους Τούρκους.

  

Κατά την Ελληνική Επανάσταση, η Χαλκίδα που ήταν έδρα του πασά, αποτελούσε με τα δύο φρούριά της (της Χαλκίδας και του Καράμπαμπα) απόρθητη πόλη.

Εν τούτοις στα τέλη Μαΐου και στις αρχές Ιουνίου του 1821, η πόλη πολιορκήθηκε από τους Έλληνες χωρίς επιτυχία και τον Ιούλιο ο Ομέρ Βρυώνης έφθασε στην περιοχή, κατά την πορεία του προς τα Βρυσάκια, όπου όμως αποκρούστηκε και ηττήθηκε, από τους Έλληνες που είχαν προλάβει να οργανώσουν στρατόπεδο, με επικεφαλής τον Αγγελή Γοβγίνα.

Στη μάχη αυτή διακρίθηκε ο Νικόλαος Κριεζώτης. Μετά τον θάνατο του Αγγελή Γοβγιού, στην ενέδρα στα Δυό Βουνά, αρχηγός στην Εύβοια γίνεται ο Ν. Κριεζώτης.

Η επανάσταση συνεχίστηκε με αμφίρροπα αποτελέσματα. Μεγάλη δοκιμασία ήταν οι εμφύλιες διαμάχες ανάμεσα στον Κριεζώτη και τον Διαμαντή Νικολάου, οπλαρχηγό του Ολύμπου, για την αρχηγία στο νησί. Μετά από νίκες του εναντίον του Ομέρ Μπέη στο Διακοφτί και στο Βατίτσι, ο Κριεζώτης πολιόρκησε την Κάρυστο. Όμως η άφιξη του τουρκικού στόλου διέλυσε το ελληνικό στρατόπεδο με αποτέλεσμα ο άμαχος πληθυσμός να καταδιωχτεί και να σφαγεί.

Ο Κριεζώτης αναγκάστηκε τότε να αποσυρθεί στη Σκόπελο.

 Τον Νοέμβριο του 1823 νέα πολιορκία της Χαλκίδας από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, με τη βοήθεια Ψαριανών πλοίων, περιορίζει τους Τούρκους στο φρούριο αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όπως επίσης και η περισσότερο οργανωμένη επιχείρηση για την απελευθέρωσή της τους πρώτους μήνες του 1823.

Έτσι η Χαλκίδα αλλά και όλη η Εύβοια παρέμεινε στα χέρια των Τούρκων ακόμη και μετά την άφιξη του Καποδίστρια και μόνο μετά από συνθήκη στις 25-3-1833 παρεδόθη στην Ελλάδα.

Στις 20-3-1833 μετά την αναχώρηση του Ομέρ πασά από την Χαλκίδα για να μην παραστεί στην παράδοση, τον αντικαθιστά ο χατζή ισμαήλ μπέης.

Στις 7 Απριλίου 1833 ο εκπρόσωπος της Πύλης παραδίδει τη Χαλκίδα στον εκπρόσωπο της Ελλάδας Ιάκωβο Νερουλό Ρίζο.

Παρών κατά την παράδοση και ο Άγγλος Ναύαρχος κυβερνήτης του δρόμωνα που μετέφερε τους δύο άνδρες επισήμους στην Χαλκίδα ,οργισθείς μάλιστα για την ολιγόλεπτη καθυστέρηση του Χατζή Ισμαήλ Μπέη, ο οποίος προσέφερε τελικά τα κλειδιά του φρουρίου επί αργυρού δίσκου.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους η Εύβοια ακολούθησε τις τύχες του ελληνικού κράτους . Αναγνωρίστηκε ως ιδιαίτερη Νομαρχία με πρώτο Νομάρχη της τον Γ. Αινιάν , ο οποίος ίδρυσε αμέσως στη Χαλκίδα αλληλοδιδακτικό σχολείο και τυπογραφείο . Λίγο αργότερα κυκλοφόρησε στη Χαλκίδα η πρώτη εφημερίδα της Εύβοιας με τον τίτλο ' ΕΛΛΗΝ ' .

Πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση, η Χαλκίδα διατηρούσε τον ανατολίτικο χαρακτήρα της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Το 1885 όμως, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Χ. Τρικούπης και Δήμαρχος ο Ηρ. Γαζέπης, άρχισε η κατεδάφιση του τείχους της Χαλκίδας και η κάλυψη της τάφρου με το υλικό της κατεδάφισης.

Έτσι η Χαλκίδα αρνήθηκε μια μακρόχρονη και σημαντική περίοδο της ιστορίας της και έχασε τη δυνατότητα να παραμείνει μια από τις πιο γραφικές πόλεις της σύγχρονης Ελλάδας .

Μετά την απελευθέρωση της χώρας, άρχισε να αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς και το 1835 ήταν ένα από τα λιμάνια με την μεγαλύτερη κίνηση και με ναυπηγείο μικρών σκαφών. Το 1856 στο νηολόγιό της είχαν εγγραφεί 25 πλοία και ο πληθυσμός της από 10.000 το 1853 αυξήθηκε στις 15.500 το 1889.

Στους Βαλκανικούς πολέμους η Εύβοια διακρίθηκε χάρη στη δράση του Συντάγματος Πεζικού Χαλκίδας. Πολύ γνωστός είναι ο θρίαμβος του Ευβοέα ταγματάρχη Βελισσαρίου στη μάχη στο Μπιζάνι. Λίγο αργότερα η Μεραρχία Χαλκίδας αποβιβάστηκε στην απελευθερωμένη Σμύρνη, για να πάρει μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 κατέπλευσαν στη Χαλκίδα πρόσφυγες από την ελληνική Ανατολή. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Νέα Αρτάκη και τη Νέα Λάμψακο και σε προσφυγικούς συνοικισμούς στη Χαλκίδα και στην Αμάρυνθο.

Στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου η Εύβοια βομβαρδίστηκε από γερμανικά αεροπλάνα. Τον Απρίλιο του 1941 γερμανικός στρατός εισήλθε στην ευβοϊκή πρωτεύουσα και η γερμανική διοίκηση εγκαταστάθηκε στο 'Κόκκινο Σπίτι'.

Στην περίοδο της κατοχής σε όλη την Εύβοια είχαμε σημαντική δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα στη Λαμπούσα, τη Στενή και το Βατώντα. Στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, έγιναν μεγάλες αγριότητες σε όλο το νησί. Επιβεβαιώθηκε έτσι για άλλη μια φορά, ότι ένας εμφύλιος πόλεμος είναι τόσο χειρότερος από έναν εθνικό, όσο ένας εθνικός πόλεμος είναι χειρότερος από την ειρήνη.

Η ανάπτυξη της Εύβοιας μετά την απελευθέρωση υπήρξε συνεχής και αξιόλογη, τόσο στον οικονομικό όσο και στον πνευματικό τομέα.

Η Χαλκίδα διαθέτει αρκετά αξιόλογα και σημαντικά αξιοθέατα.

Στην είσοδό της υπάρχει η νέα εντυπωσιακή Καλωδιακή (κρεμαστή) Γέφυρα ένα σύγχρονο τεχνολογικό επίτευγμα οποία συμβάλλει στην ευκολότερη προσέγγιση της πόλης και στην αποφυγή της κυκλοφοριακής συμφόρησης στο κέντρο της.

Η Παλιά Κινητή Γέφυρα χρησιμοποιείται από τους επισκέπτες ως σημείο παρατήρησης της παλιρροιακής εναλλασσόμενης κίνησης των νερών του Ευβοϊκού. Στην σημερινή της μορφή κατασκευάστηκε το 1962.Στην πόλη υπάρχουν επίσης αρχαιολογικό και λαογραφικό μουσείο.

Το Δημαρχείο το οποίο στεγάζεται στο Μέγαρο Κότσικα. Δεσπόζει στην παραλία της πόλης με την όμορφη αρχιτεκτονική του και τη θαυμαστή ισορροπία των όγκων.

Το Κόκκινο Σπίτι της οικογένειας Μάλλιου κοσμεί το Κρηπίδωμα στη βόρεια πλευρά της παραλίας της πόλης. Χτίστηκε το 1884 από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Φλεγκίς. Ανήκει στο Δήμο Χαλκιδέων.

Το  Αρχαιολογικό Μουσείο περιλαμβάνει ευρήματα από ανασκαφές που  έχουν γίνει σε διάφορα σημεία της Εύβοιας και κυρίως στην Ερέτρια. Το Λαογραφικό Μουσείο περιλαμβάνει σπάνια αντικείμενα, όπλα, νομίσματα, παραδοσιακές ενδυμασίες, τον τρόπο ζωής στην πόλη και την ύπαιθρο κ.ά.

Στο Τουρκικό Τζαμί στεγάζεται βυζαντινή συλλογή, κυρίως από βυζαντινά και μεταβυζαντινά γλυπτά, ψηφιδωτά και κεραμικά, ενώ διάφορα έργα τέχνης εκτίθενται στην Δημοτική Πινακοθήκη.

Στο κέντρο της συνοικίας Κάστρο βρίσκεται η Μεσαιωνική Εκκλησία της  Αγίας Παρασκευής, Πρόκειται για βυζαντινό ναό που ανοικοδόμησαν οι Βενετοί τον 14ο αιώνα. Είναι η πολιούχος της πόλης και εορτάζεται κάθε χρόνο από τις 26 Ιουλίου ως τις 2 Αυγούστου.

 

Κάστρο Καράμπαμπα Χαλκίδας

 

Η θέση του Κάστρου ταυτίζεται από μερικούς μελετητές με την αρχαία πόλη Κάνηθο, καθώς σώζονται σποραδικά ίχνη κτισμάτων και τάφων, στην επιφάνεια του εδάφους. Ο λόφος πιθανότατα οχυρώθηκε για πρώτη φορά κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν είχε οχύρωση στους Βυζαντινούς χρόνους και κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας και τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Το φρούριο που σώζεται σήμερα οικοδομήθηκε από τους Τούρκους το 1684, με σκοπό την προστασία της Χαλκίδας από τους Βενετούς.

 Σχεδιάστηκε από τον Βενετό Gerolimo Galopo και η αρχιτεκτονική του είναι περισσότερο Ευρωπαϊκή και λιγότερο Τουρκική. Το φρούριο πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από τον Μοροζίνι το 1688 και οι Τούρκοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν την κυριότητά του έως την απελευθέρωση της Ελλάδας, οπότε και το παρέδωσαν στο Ελληνικό κράτος.
Το κάστρο Καράμπαμπα βρίσκεται σε λόφο της βοιωτικής ακτής, που ονομάζεται Φούρκα. Η θέση του είναι στρατηγική, καθώς ελέγχει τα στενά του Ευρίπου και την πόλη της Χαλκίδας. Η μορφή του είναι μάλλον βενετική, με στενόμακρο περίβολο, προσανατολισμένο Α-Δ, με προτείχισμα στη βόρεια πλευρά, τρεις προμαχώνες και έναν μεγάλο πύργο. Το νότιο τμήμα του τοίχου διατηρείται σε κακή κατάσταση. Αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη έχουν εντοιχισθεί σε αρκετά σημεία του περιβόλου. Ο πιο σύνθετος, εξαγωνικός προμαχώνας βρίσκεται στην ανατολική πλευρά, προς τη Χαλκίδα. Στις επάλξεις διατηρούνται δύο ρωσικά κανόνια του 19ου αιώνα. Η μοναδική πύλη του φρουρίου βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του τείχους, ενώ γύρω της έχουν οικοδομηθεί κτήρια στρατιωτικού χαρακτήρα.
Στον ανατολικό τοίχο του περιβόλου, μεταξύ της πύλης και του ανατολικού πύργου, βρίσκεται κωδωνοστάσιο, κτισμένο στη θέση όπου βρισκόταν η καμπάνα του συναγερμού του φρουρίου. Το μόνο καλά σωζόμενο κτίσμα μέσα στον περίβολο είναι ναός αφιερωμένος στον Προφήτη Ηλία, που χρονολογείται το 1895.

Το δυτικό άκρο του τείχους καταλαμβάνει επτάπλευρος πύργος, η μεγαλοπρεπέστερη αμυντική κατασκευή του φρουρίου.

Η είσοδος στον πύργο γίνεται από στενό καμαροσκεπή διάδρομο, που θυμίζει λαβύρινθο.

 

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ

 

· Το στενό του Ευρίπου και το παλιρροϊκό φαινόμενο

· Παραλία Χαλκίδας: Δημαρχείο,  Σπίτι με τα αγάλματα,  Κόκκινο Σπίτι (λειτουργεί ως Εστία Γνώσης,

  η οποία  κάθε χρόνο οργανώνει για μαθητές  Γυμνασίου και Λυκείου επιστημονικές και  διδακτικές

  δραστηριότητες στο χώρο των Μαθηματικών, της Αστρονομίας – Αστροφυσικήςκαι της Πληροφορικής.

· Αρχαιολογικό Μουσείο Χαλκίδας. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη

· Πολιτιστικό κέντρο -Εργαστήρι Τέχνης

· Αρχοντικό Κριεζώτη όπου και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Ευβοίας

· Πύργος της σειρήνας (απομεινάρι της Μεσαιωνικής οχύρωσης της πόλης)

· Δικαστικό Μέγαροστη λεωφόρο Ελ. Βενιζέλου, αρχιτέκτων του οποίου ήταν ο Ματθαίος Καμάρας (1909)

· Τέμενος Εμίρ Ζάδε και μαρμάρινη κρήνη της ιδίας εποχής

· Οικία της οδού Παίδων και Οικία του Ενετού Βάιλου Χαλκίδας

· Πρωτοχριστιανική Βασιλική της Αγίας Παρασκευής και Ι. Ναός Άγίου Νικολάου

· Λαογραφικό μουσείο, που στεγάζεται στο μοναδικό απομεινάρι του περίφημου τείχους της πόλης

· Κάστρο Καρά Μπαμπά, κτισμένο στην βοιωτική ακτή της Χαλκίδας από τους Τούρκους, για να ενισχύσουν την αμυντική ικανότητα της Χαλκίδας κατά

  τον ενετοτουρκικό πόλεμο του 1684.

· Τάφος Γιάννη Σκαρίμπα, βρίσκεται έξω από το κάστρο Καράμπαμπα

· Ρωμαϊκή Παλαίστρα - Καμάρες - Ενετικό υδραγωγείο

· Ναός Αυλιδείου Αρτέμιδος. Σήμερα σώζεται η ρωμαϊκή φάση κατασκευής του ναού και του τεμένους που οι ερευνητές ταυτίζουν με το ναό, όπου η   
  Ιφιγένεια θήτευσε -κατά τον Παυσανία- ως πρώτη ιέρεια μετά την διάσωσή της από το τελετουργικό μαχαίρι του πατέρα-Αγαμέμνωνα, από την ίδια τη θεά.       

Ιστορία της Ερέτριας

 

Μελανηίς δ’ εκαλείτο πρότερον η Ερέτρια και Αρότρια

 

(Στράβων , Γεωγραφικά, C 447)

 

Στην αρχαιότητα ήταν η επόμενη, μετά τη Χαλκίδα, σημαντική πόλη του νησιού. Μετέχει με τις άλλες ευβοϊκές πόλεις στον Τρωϊκό Πόλεμο (Ιλιάδα, Β, 537) και τον 8ο αιώνα π.Χ. συμμετέχει στον αποικισμό των ακτών της Μακεδονίας, της Κέρκυρας, αλλά κυρίως της Δύσης. Λόγω των σημαντικών εμπορικών δραστηριοτήτων της γνωρίζει οικονομική άνθιση και την ίδια περίοδο ανεγείρεται στο ιερό τέμενος του Απόλλωνα ο πρώτος αψιδωτός ναός. Η Ερέτρια διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία του Ευβοϊκού αλφαβήτου και στη διάδοση του στην Δύση, μέσω του αποικισμού.

Στους αρχαϊκούς χρόνους εγκαθιδρύεται στην πόλη η αρχή των Αειναυτών, ενώ η πόλη έχει εξελιχθεί σε σημαντική θαλασσοκράτειρα δύναμη.  Στα τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα στην θέση του παλαιότερου ναού του Απόλλωνα οικοδομείται  μνημειώδης περίπτερος δωρικού ρυθμού, ο οποίος καταστράφηκε από τους Πέρσες στην εισβολή του 490 π.Χ. Το δυτικό αέτωμα (510 π.Χ.) του ναού με παράσταση Αμαζονομαχίας κοσμούσε στο μέσον το σύμπλεγμα της αρπαγής της Αντιόπης από τον Θησέα (σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης).

Στον 5ο αιώνα π.Χ. χρονολογείται η πρώτη φάση του αρχαίου θεάτρου και της Θόλου, κυκλικού οικοδομήματος στην περιοχή της αρχαίας αγοράς της πόλης  Η Ερέτρια αποχωρεί από την Αθηναϊκή Συμμαχία στην οποία μετείχε το 411 π.Χ. συνάπτοντας συμμαχία με άλλες ευβοϊκές πόλεις, το Κοινό των Ευβοέων. Η μεγάλη οικονομική ευημερία τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα αντικατοπτρίζεται στα μνημεία της. Η οικία των ψηφιδωτών είναι το κυριότερο αυτής της περιόδου. Μετά  το 338 π.Χ. περνά στην επιρροή του Φιλίππου Β’. Ανάμεσα στο 295 και το 268 π.Χ. ο Κυνικός φιλόσοφος Μενέδημος, δάσκαλος του Αντιγόνου Γονατά, ιδρυτής της Ερετριακής  φιλοσοφικής σχολής, κυβερνά την πόλη, ενώ το 198 π.Χ. η πόλη καταστρέφεται από τους Ρωμαίους.

Το 1834 το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο αποφασίζει την ίδρυση νέας πόλης στον ερειπιώνα της παλαιάς Ερετρίας αναθέτοντας την εκπόνηση του πολεοδομικού σχεδίου στον Βαυαρό Σάουμπερτ συνεργάτη του Κλεάνθη, διανέμοντας τη γη σε Ψαριανούς αγωνιστές, ανάμεσα στους οποίους και η οικογένεια του Κωνσταντή Κανάρη.

Σήμερα η Ερέτρια αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τουριστικά θέρετρα του νησιού, χάρη στο σημαντικό αρχαιολογικό της χώρο, στις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, τις θαυμάσιες παραλίες της, την πυκνή  σύνδεση με την Αττική μέσω πορθμείου με τη σκάλα Ωροπού, τις ταβέρνες, τα ουζερί, τις παμπ και τα καφενεία. 

Τα νεότερα χρόνια κατοικήθηκε από  μικρασιάτες πρόσφυγες.

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΤΡΙΑΣ


· Λουτρά στην περιοχή του Λιμανιού 3ος αιώνας π.Χ. πρώτη φάση.

· Ιερό Ίσιδος νοτιοανατολικά της πόλης πρώτη φάση 4ος π.Χ. αιώνας δεύτερη οικοδομική φάση μετά το 198 π.Χ.

· Κάτω Γυμνάσιο νοτιοανατολική πλευρά της πόλης πρώτη φάση 4ος π.Χ. αιώνας

· Δυτική Πύλη πρώιμη αρχαϊκή περίοδος, Ιερό Άρεως τελευταία φάση 2ος π.Χ. αιώνας

· Ανάκτορο τελευταία φάση 5ος π.Χ. αιώνας, Ναός Διονύσου 4ος π.Χ. αιώνας, Άνω Γυμνάσιο

· 4ος π.Χ. αιώνας, Θεσμοφόριο (ιερό Δήμητρας) 3ος π.Χ.αιώνας

· Τάφος των Ερώτων, τάφος μακεδονικού τύπου, 4ος π.Χ. αιώνας

· Τάφος Μακεδονικού τύπου στο Κοτρώνι

· Ανασκαφή παλαιοχριστιανικής βασιλικής στη θέση Αγία Κυριακή, 3 χλμ ΝΑ της πόλης

 

Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ερετρίας, κοντά στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας πόλης εκτίθενται τα ευρήματα από τις ανασκαφές στην πόλη, καθώς και αυτά από τις ανασκαφές στο Λευκαντί και την Αμάρυνθο.

 

 

Νότια Εύβοια -  Καρυστία

 

Η αρχή της ιστορίας της Καρύστου θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην Εποχή του Λίθου. Στο σπήλαιο της Αγίας Τριάδας και στις απέραντες γαλαρίες του έχει επισημανθεί η ύπαρξη νεολιθικού οικισμού. Σύμφωνα με την παράδοση, η Κάρυστος ιδρύθηκε από τους Δρύοπες, που προέρχονταν από τον Παρνασσό, αργότερα όμως κατοικήθηκε από τους Aβαντες.

Η Κάρυστος πήρε μέρος στην Τρωική εκστρατεία και μνημονεύεται από τον Όμηρο μαζί με άλλες Ευβοϊκές πόλεις στον κατάλογο των Ελληνικών πλοίων. Στους ελληνοπερσικούς πολέμους και στη διάρκεια της εκστρατείας του Δάτη και του Αρταφέρνη οι Πέρσες κατέπλευσανστην Κάρυστο, που αντιστάθηκε ηρωικά. Τελικά όμως αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και η περιοχή λεηλατήθηκε.

Στη συνέχεια η Κάρυστος υποχρεώθηκε να γίνει μέλος της Α'Αθηναϊκής Συμμαχίας, μετά από πολιορκία από τον Αθηναίοστρατηγό Κίμωνα. Έγινε μέλος και της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας και είναι αξιοσημείωτο ότι είναι η μόνη Ευβοϊκή πόλη που δεν αποστάτησεαπό τη Συμμαχία μετά το 350 π.Χ. Πήρε μέρος στην Ομοσπονδία του "Ευβοϊκού συνεδρίου"και ακολούθησε την κοινή μοίρα των Ευβοϊκών πόλεων στην περίοδο της Μακεδονικής ακμής, αλλά και αργότερα στην περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους μάλιστα η Κάρυστος ήταν φημισμένη για το πράσινο μάρμαρο της. Η αρχαία πόλη έχει εντοπιστεί στη θέση όπου σήμερα βρίσκεται η Παλαιοχώρα. Επίσης στο λιμάνι του Γεραιστού έχει ανασκαφεί ναός τουΠοσειδώνα. Στους Βυζαντινούς χρόνους η γεωγραφική θέση της Καρύστου και ηάρτια οχύρωση του φρουρίου της προσδιόρισανκαι τη σπουδαιότητα της. Στην περίοδο της φραγκοκρατίας η Καρυστία αποτέλεσε αυτόνομο φεουδαρχικό κλήρο.

Από εδώ ξεκίνησε τη δράση του ο ιππότης Λικάριος, μια θρυλική μορφή της μεσαιωνικής Εύβοιας. Ο Λατίνος ιππότης, που ήταν δυσαρεστημένος με τους Βενετούς, συνεργάστηκε με το βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο και αποτόλμησε επίθεση εναντίον του Κόκκινου Κάστρου της Καρύστου. Ο Λικάριος εκπόρθησε το κάστρο και για ανταμοιβή ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου του παραχώρησε σαν φέουδο ολόκληρο το νησί. Επιχείρησε μάλιστα ο γενναίος ιππότης να καταλάβει και την ίδια την Ευβοϊκή πρωτεύουσα, το απόρθητο Νεγροπόντε, χωρίς όμως επιτυχία. Τελικά περιορίστηκε να καταλάβει το κοντινό ισχυρό κάστρο του Ληλάντιου Πεδίου, το οποίο και επέλεξε για μόνιμη κατοικία του.

Το 1470 μ. Χ. η Κάρυστος καταλήφθηκε μαζί με την υπόλοιπη Εύβοια από τους Τούρκους. Όταν οι Βενετοί στη διάρκεια του δεύτερου τουρκοβενετικού πολέμου μετέφεραν χριστιανικά στρατεύματα στο στενό του Ευρίπου, επαναστάτησαν και οι κάτοικοι ορισμένων χωριών της Νότιας Εύβοιας. Οδηγημένοι λοιπόν από τον ντόπιο οπλαρχηγό Νικόλαο Καρυστινό, προσπάθησαν να εκπορθήσουν το κάστρο της Καρύστου, χωρίς όμως να το επιτύχουν τελικά.
Στην περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ο επίσκοπος Καρύστου Νεόφυτος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για την οργάνωση μιας εκστρατείας για την απελευθέρωσητης Καρύστου.Δυστυχώς όμως απέτυχαν οι διαδοχικές προσπάθειες του Νικόλαου Κριεζώτη, του Ηλία Μαυρομιχάλη και του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο τελευταίος μάλιστα κατόρθωσε να πολιορκήσει το φρούριο της πόλης, η προσπάθεια του όμως δεν ολοκληρώθηκε λόγωδιαταγής της κεντρικής διοίκησης του Αγώνα. Μια δεύτερη πολιορκία της Καρύστου έγινε και από το Νικόλαο Κριεζώτη, η αποβίβαση όμως τουρκικών ενισχύσεων έθεσε τέλος και μάλιστα τραγικό στην προσπάθεια, γιατί ο Ομέρ μπέης της πόλης προχώρησε σε μεγάλες αγριότητεςσε βάρος του άμαχου ελληνικού πληθυσμού της περιοχής.

Ο Νικόλαος Κριεζώτης αποτόλμησε και μια τρίτη πολιορκία που διήρκησε έξι μήνες, έμεινε όμως χωρίς αποτέλεσμα και ακολούθησαν φοβερές σκηνές αγριότητας από τη πλευρά των Τούρκων. Αργότερα η Κάρυστος αποτέλεσε στόχο και του φιλέλληνα στρατηγού Φαβιέρου, ο οποίος επιτέθηκε εναντίον της χωρίς όμως επιτυχία.

Από τη νεότερη ιστορία της Καρύστου αξιοσημείωτη είναι η διαμόρφωση της σύγχρονης πόλης από τον Βαυαρό αρχιτέκτονα Μπίρμπαχ, μετά από εντολή μάλιστα του βασιλιά Όθωνα γι' αυτό και η πόλη ονομαζόταν Οθωνούπολη μέχρι το 1862, οπότε και ξαναπήρε το αρχαίο όνομα της. Έτσι η Κάρυστος απέκτησε ένα άριστο ρυμοτομικό σχέδιο, με μεγάλους δρόμους, πλατείες και μια θαυμάσια προκυμαία.


ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

· Το Κοκκινόκαστρο-CastelloRosso, χτίστηκε από Λομβαρδούς στις αρχές του 13ου αιώνα, πάνω στην αρχαία ακρόπολη, σε εξαιρετικά οχυρή και

   δυσπρόσιτη θέση, Χρησιμοποιήθηκε από όλους τους μετέπειτα κατακτητές. Γύρω από το κάστρο της μεσαιωνικής περιόδου απλωνόταν η περίφημη 

   καστροπολιτεία. Πίσω από το κάστρο σώζεται το ενετικό Υδραγωγείο.

· Το Μπούρτζι, διώροφο οχυρό στο λιμάνι της Καρύστου, κτίστηκε επίσης το 13ο αιώνα. Είναι από τα λίγα του είδους του και διατηρείται σε πολύ καλή

   κατάσταση. Ως υλικό χρησιμοποιήθηκαν μαρμάρινοι δόμοι από το Ναό του Απόλλωνος, που βρισκόταν στο εμπορικό κέντρο της πόλης (Εβραίικα).

· Η Βιβλιοθήκη και το Αρχαιολογικό Μουσείο-Στην ανατολική πλευρά της παραλίας δεσπόζει το Γιοκάλειο – δωρεά της οικογένειας Κότσικα- πολιτιστικό

  κέντρο που φιλοξενεί τη Βιβλιοθήκη και το Αρχαιολογικό Μουσείο και περιλαμβάνει εκθέματα από την περιοχή της Καρυστίας όλων των περιόδων, καθώς και 

  τα σπουδαιότερα  ευρήματα από την ανασκαφή του Δρακόσπιτου στην κορυφή της Όχης.

· Μια επίσκεψη στο Καρυστινό σπίτι (Συλλογή Δεληγιώργη) θα μας δώσει εικόνα της  ζωής της τοπικής κοινωνίας στο παρελθόν.

· Η πολεοδομία της σημερινής Καρύστου με την άριστη ρυμοτομία οφείλεται στον Όθωνα και το Βαυαρό μηχανικό Birbach, που σχεδίασε τη νέα πόλη με

  οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Προς τιμή του η πόλη ονομάσθηκε Οθωνούπολη μέχρι το 1862, οπότε ξαναπήρε το αρχαίο της όνομα. 

· Καταφύγιο της Όχης

· Δρακόσπιτο Όχης
 

Το κύριο χαρακτηριστικό της Καρυστίας είναι τα περίφημα δρακόσπιτα. Πρόκειται για οικοδομήματα, μεγάλων διαστάσεων, κατασκευασμένα από μεγάλες πλάκες γκριζωπού ασβεστολίθου, χωρίς κονίαμα,  κτισμένα με τόλμη και γνώση.

Στην ευρύτερη περιοχή  έχουν περιγραφεί πάνω από 20 δρακόσπιτα και η ηλικία τους κυμαίνεται μεταξύ του 7ου και 2ου π.χ. αιώνα.

Οι ντόπιοι τα ονομάζουν Ντραγκό ή Δραγκό,  θεωρώντας τα έργα και κατοικίες  των υπερφυσικών δράκων.

Εκείνο, όμως που βρίσκεται στην κορυφή της Όχης είναι το σπουδαιότερο και καλύτερα συντηρημένο. Έχει διαστάσεις 4,85 μ Χ 9,80 μ. και η είσοδος είναι στη μεγάλη πλευρά σε αντίθεση με τους αρχαίους ναούς όπου η είσοδος είναι στη μικρή πλευρά.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος κατασκευής της στέγης, ο λεγόμενος εκφορικός. Οι πέτρες της οροφής εισχωρούν εσωτερικά η μία στην άλλη και σχηματίζουν ένα κατασκεύασμα που θυμίζει αναποδογυρίσματη σκάφη. Κρίνοντας από τα ευρήματα ισχύει αναμφισβήτητα η άποψη ότι ήταν ναός, τόπος λατρείας. Με τα δρακόσπιτα ασχολήθηκε κυρίως οκαθηγητής Ν.Κ.Μουτσόπουλος.

 

· Οι Κολώνες στην Όχη. Αρχαίες ρωμαϊκές κολώνες  με μήκος 10 μέτρων και διάμετρο 2 μέτρων και φθάνει στο Καταφύγιο, μετά από πορεία τριών περίπου ωρών.



Βυζαντινές εκκλησίες


Λίγες αλλά αξιόλογες είναι οι Βυζαντινές εκκλησίες της περιοχής. Το τελευταίο Βυζαντινό μνημείο στην περιοχή της Καρύστου από την πρό της Φραγκοκρατίας εποχή είναι ο ναός του Αγίου Ταξιάρχη (1170μ.Χ.). Στη περιοχή Αετός συναντάμε σε πολύ καλή κατάσταση το μοναστήρι του Αη-Γιώργη του Μαύρου χτισμένο το 1260. Στον Άγιο Δημήτριο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου χτισμένη μεταξύ 13ου και 14ου αιώνα. Στο χωριό Λενωσαίοι βρίσκεται η εκκλησιά της Παναγιάς χτισμένη το 1280.

Η σπηλιά της Αγίας Τριάδας


Η σπηλιά της Αγίας Τριάδας (5 χιλιόμετρα από την Κάρυστο) είναι σχηματισμένη από ένα υπόγειο ποταμό που έχει κατεύθυνση από Βορειοανατολικά προς Νοτιοδυτικά και καταλήγει δίπλα στην εκκλησία και είκοσι μέτρα περίπου χαμηλότερα από την είσοδο της Σπηλιάς. Το νερό από αιώνων διάβα του έχει σχηματίσει, αλλού στενές χαράδρες, αλλού ευρύχωρους θαλάμους καθώς και καταρράκτες, σουβάλες και μαίανδρους.

Ο ναός του Απόλλωνα


Ένα τετράγωνο πιο μέσα από το λιμάνι της Καρύστου, βρίσκεται ένα εντυπωσιακό βάθρο αρχαίου ναού από λευκά μάρμαρα. Οι ειδικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε ναός εκεί αφιερωμένος στον Απόλλωνα όχι παλαιότερος του 4ου π.Χ. αιώνα και διατηρημένος μέχρι της ρωμαϊκής εποχής. Υπολογίζεται ότι πολλά μάρμαρα του έχουν χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο του παραλιακού φρουρίου (Μπούρτζι) όπου είναι εντοιχισμένη και μαρμάρινη ανάγλυφη παράσταση ακόμη.

 

ΧΟΡΟΣ & ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Από τα χωριά της Καρύστου, γεννήθηκαν αυτοδίδακτοι οργανοπαίχτες που έπλασαν τραγούδια του χορού. Η λύρα, η τσαμπούνα και το νταούλι, ήταν τα κύρια όργανα. Αργότερα προστέθηκε το λαούτο και το βιολί. Φωνή τσαμπούνας και κλαρίνου βγάζουν και τα φύλλα του κισσού, της κουμαριάς και της λεμονιάς, όταν παίζονται με μαεστρία από τους ντόπιους μουσικούς. Ο πιο γνωστός χορός, μνημείο της νησιωτικής μας παράδοσης, είναι ο καβοντορίτικος ή σταυρωτός. Άλλοι χοροί είναι ο μυλωνιάτικος και ο καρυστινός μπάλλος.

 


Αντιά Νότιας Εύβοιας

Μια σφυριχτή γλώσσα υπό εξαφάνιση

 

Σ’ ένα μικρό χωριό της νότιας Εύβοιας, τα Αντιά, οι μόλις 50 κάτοικοι έχουν ένα δικό τους, πρωτότυπο τρόπο επικοινωνίας: τη σφυριχτή γλώσσα.

Τα σφυρίγματα αντικαθιστούν τις λέξεις και οι μεγαλύτερης ηλικίας κάτοικοι, που εκπαιδεύτηκαν από μικροί να χρησιμοποιούν την ιδιότυπη αυτή μορφή έκφρασης, συνεννοούνται μ’ έναν μοναδικό, σχεδόν ακατάληπτο τρόπο.

Στον συγκεκριμένο τρόπο επικοινωνίας, το σφύριγμα χρησιμοποιείται ως μέσο μίμησης του λόγου και επίτευξης της επικοινωνίας από απόσταση μεταξύ των χρηστών τους. Οι ήχοι ακολουθούν τους τόνους της ομιλούσας γλώσσας της κάθε περιοχής, προκειμένου να γίνονται πιο εύκολα κατανοητές από τους χρήστες. Χρήση σφυριχτής γλώσσας συναντάται, μεταξύ άλλων, σε χωριά της Ισπανίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας.

Δεν είναι γνωστό από πότε χρησιμοποιείται η σφυριχτή γλώσσα στην περιοχή αυτή της Εύβοιας. Σύμφωνα, πάντως, με τα λεγόμενα των κατοίκων, η γλώσσα χρησιμοποιείται ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Επίσης, όπως υποστηρίζουν, η συγκεκριμένη μορφή επικοινωνίας “γεννήθηκε” από την ανάγκη τους να μιλάνε ο ένας με τον άλλο, από τη μία άκρη του βουνού στην άλλη. Εντυπωσιακό είναι, πάντως, το γεγονός ότι, είναι οι μοναδικοί κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής (και όλης της Ελλάδας κατ’ άλλους) που χρησιμοποιούν τη σφυριχτή γλώσσα.

“Η διαφορά είναι ότι τότε, μόλις 30 χρόνια πριν, οι κάτοικοι του χωριού μιλούσαν πολύ περισσότερο τη σφυριχτή γλώσσα. Το ντοκιμαντέρ που παρουσιάζω, σήμερα, αφορά σ’ έναν τρόπο επικοινωνίας, που κοντεύει να χαθεί”, εξηγεί η δημιουργός της ταινίας “Το χωριό που σφυρίζει”.

Οι κάτοικοι χρησιμοποιούν τη σφυριχτή γλώσσα περισσότερο αποσπασματικά και δύσκολα μπορούν να σχηματίσουν ολοκληρωμένες προτάσεις. Γιατί τώρα υπάρχουν  τα τηλέφωνα.

 

Ιστορία Κύμης

 

Η Κύμη βρίσκεται στη  μέση της ανατολικής πλευράς της Εύβοιας και έχει ιστορία αιώνων ως ναυτική πόλη. Από την εποχή του αποικισμού στην αρχαιότητα είναι γνωστές δύο ομώνυμες πόλεις: η Κύμη της Αιολίδας και η Κύμη (Cuma) της Καμπανίας, που θεωρείται η πρώτη ελληνική αποικία στη Δύση. Αξίζει να σημειωθεί, γεγονός που αποδεικνύει την ακμή της δεύτερης αυτής αποικιακής πόλης, ότι όταν καταστράφηκε, από την έκρηξη του Βεζούβιου, ξαναχτίστηκε ως νέα Πόλη, η γνωστή Νάπολη της Ιταλίας. Χαρακτηριστικό της πολιτιστικής ακμής της είναι η ύπαρξη της αρχαίας μάντισσας Κυμαίας Σίβυλλας, που έχει απαθανατίσει ο Μιχαήλ Άγγελος στις περίφημες τοιχογραφίες του στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ου είναι η εποχή που η Κύμη γνώρισε μέρες νεότερης ακμής στον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τομέα, εξαιτίας του διαμετακομιστικού εμπορίου που διεξήγαγε με εμπορικά κέντρα του Εύξεινου Πόντου και της Γαλλίας. Κυμαίοι καραβοκύρηδες μεταφέρουν τα προϊόντα της Κύμης και ιδιαίτερα το φημισμένο μαύρο κρασί της στα λιμάνια αυτά και κυρίως στη Μασσαλία, όπου το αγοράζουν οι Γάλλοι για να χρωματίζουν τα δικά τους κρασιά. Στην Κύμη αρχίζει να εισρέει χρήμα, έρχονται νέες αντιλήψεις με τη διεύρυνση του νου από την επαφή με τα αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κέντρα, και αναπτύσσεται αστική συνείδηση. Αυτό φαίνεται καθαρά στα κτήρια, στην κουμιώτικη φορεσιά με τις αναγεννησιακές επιδράσεις που φέρει, στην οικοτεχνία, στον τρόπο ζωής. Σε αυτή την ιστορική περίοδο αναφέρεται το Λαογραφικό Μουσείο Κύμης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι Κυμαίοι στην καταγωγή τους ήταν ο διεθνούς φήμης γιατρός Γεώργιος Παπανικολάου, γνωστός από το ομώνυμο τεστ πρόωρης διάγνωσης του καρκίνου της μήτρας, ο χαράκτης Δημήτριος Γαλάνης μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, ο ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου, ελευθερωτής των Ιωαννίνων στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, ο λογοτέχνης Βασίλης Λούλης, ο Παύλος Νιρβάνας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Πέτρου Κουμιώτη), από καταγωγή του πατέρα του, και οι σύγχρονοι Ιάννης Ξενάκης, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, και Νίκος Μουζέλης οικονομολόγος, και πολλοί άλλοι επιστήμονες, άνθρωποι των Γραμμάτων και καλλιτέχνες.

 

Βόρεια Εύβοια

 

 

…και Ελλοπία δ’ωνομάσθη από Έλλοπος του Ίωνος

 

(Στράβων, Γεωγραφικά, C445)

 

Η Αιδηψός, η Ιστιαία, οι Ωρεοί, Ελύμνιον, Οροβιές, Κύρινθος, Προκόπι

 

Είναι οι πιο γνωστές πόλεις της βόρειας Εύβοιας με την μεγαλύτερη ιστορία

 

Η Αιδηψός δεν είναι μια πόλη που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, έχει το δικό της μερίδιο στην ιστορία, οι ρίζες της είναι βαθιές. Κατά την παράδοση είχε αποικιστεί από Ίωνες και της έδωσαν το όνομα «Ελλοπία» προς χάρη του Έλλοπα, γιού του Ίωνα. Αργότερα αναφέρεται ως «Αιδεψός», στα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη. Ο Πλούταρχος περιγράφει την κοινωνική ζωή που είχε αναπτυχθεί στην Αιδηψό, για την ευχάριστη διαμονή στην πόλη και στις διασκεδάσεις της, εξαίρει μάλιστα τη λαμπρή διατροφή με άφθονα ψάρια και πτηνά. Ο Στράβων αναφέρεται στην εμφάνιση νέων πηγών και στις ιαματικές ιδιότητές τους. Η Αιδηψός από τους παλαιότερους χρόνους ήταν γνωστή για τα χαλκουργεία της και ίσως αυτό δικαιολογεί, το ότι ήταν από τις λίγες πόλεις που είχαν δικό τους νόμισμα. Το νόμισμα αυτό, που απεικονίζει ο Ρήγας Φερραίος στη Χάρτα του, είχε χαραγμένο στη μία πλευρά, κάβουρα και στην άλλη ένα ψάρι συμβολίζοντας το θαλάσσιο πλούτο της περιοχής.

 

Ιστορία Ιστιαία

 

Η ύπαρξη της Ιστιαίας αναφέρεται από τον Όμηρο    (800 π.Χ.). Στην Ιλιάδα του διαβάζουμε ότι και Ιστιαιείς πήραν μέρος στην Τρωική εκστρατεία, περίπου το έτος 1193 π.Χ  με επτά πλοία . Η Ιστιαία , επίσης , μνημονεύεται από όλους σχεδόν τους σημαντικούς ιστορικούς φιλοσόφους και γεωγράφους. Γι’ αυτήν γράφουν ο Παυσανίας, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης, ο Απολλόδωρος ο μέγας γεωγράφος, και ο ιστορικός και φιλόσοφος  Στράβων.

Το όνομα της Ιστιαίας λέγεται πως έχει προέλθει από την νύμφη Ιστιαία,  η οποία εμφανίζεται στα νομίσματα της πόλης από το 310-150 π.Χ. . Μια άλλη εκδοχή είναι να προήλθε από την λέξη «ιστίο», εξαιτίας της παραγωγής ιστών (=κατάρτια) από τα πανύψηλα δέντρα των γύρω δασών ή «ιστίων» (=πανιών) από την καλλιέργεια λιναριού στον εύφορο βορειοευβοϊκό κάμπο. Επί τουρκοκρατίας είχε μετονομαστεί σε «Ξηροχώρι». Μολονότι η ονομασία Ξηροχώρι δεν αναφέρεται πουθενά επίσημα , πιστεύεται προήρθε από τον κοντινό  ξηροπόταμο  «Ξηριά»  ή από το Ξηρόν  όρος μιας και η πόλη είναι χτισμένη στους πρόποδές του ή ακόμη και κατ’ ευφημισμόν αντί για «χλωροχώρι» μιας και ο κάμπος της είναι πάντα καταπράσινος .

Hπεριοχή της Ιστιαίας, υπάρχουν δείγματα ότι κατοικήθηκε ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Η πόλη άκμασε κυρίως τον 8ο π. Χ αιώνα εξαιτίας του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας και απέκτησε δύναμη και  πλούτο. Η αρχαία  Ιστιαία  ήταν χτισμένη στους χαμηλούς λόφους που εκτείνονται από  την  περιοχή όπου στις μέρες μας υπάρχει η δεξαμενή της πόλης μέχρι  την διπλανή κωμόπολη των Ωρεών, με την οποία συνδέει κοινή ιστορία, μιας και οι δύο πόλεις ήταν παλαιά σχεδόν ενωμένες και γι’ αυτό στην ιστορία αναφέρονται μια με το ένα όνομα και μια με το άλλο. 

Στην  Ιστιαία και από τα πολλά αμπέλια της, ήθελαν οι αρχαίοι μύθοι να έχει ανατραφεί ο θεός Διόνυσος και η Άρτεμη, γι’ αυτό και ο Όμηρος την προσωνυμιάζει «πολυστάφυλο». Η Ιστιαία καταστράφηκε από τον Περικλή επειδή αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία και στην περιοχή της Ωρεού ήρθαν και εγκαταστάθηκαν 2000 αθηναίοι κληρούχοι, ενώ οι ντόπιοι κάτοικοι εξορίστηκαν στη Θεσσαλία. 
Η ιστορία φέρει την Ιστιαία να ακμάζει ξανά στα χρόνια της Μακεδονικής κυριαρχίας. Η εύνοια των Μακεδόνων στην Εύβοια αποδεικνύεται και από το γεγονός της συμμετοχής στη Δελφική Αμφικτιονία,  μία θρησκευτική (και πολιτική) συμμαχία πανελλήνιου χαρακτήρα. Η συμμετοχή της πόλης στις πολιτικές εξελίξεις πιστοποιούνταν από το ότι έστελνε και αυτή   «Ιερομνήμονες», οι οποίοι για εκείνη την εποχή  ήταν ένα  είδος  προξένων με αρκετές αρμοδιότητες. Αυτή η σημαντική ανάπτυξη της Ιστιαίας κράτησε ως τα Ρωμαϊκά χρόνια. Στα Βυζαντινά χρόνια, όπως και άλλες Ευβοϊκές πόλεις έγινε οχυρό φρούριο.

Η Ιστιαία πέρασε κι αυτή στην κατοχή των Τούρκων τον 15ο αιώνα μ.Χ. και  τέσσερις αιώνες μετά συμμετείχε στην  απελευθερωτική επανάσταση του 1821,  με  αρχηγό  τον  Αγγελή  Γοβιό. Η μάχη της Ιστιαίας είναι από τις πρώτες μάχες των επαναστατημένων Ευβοέων, στις 8 Μαΐου 1821,  με πρώτο θανόντα σε αυτή τον Αθανάσιο Κορφιάτη, το όνομα του οποίου έχει το συγκρότημά μας. Η περιοχή ελευθερώθηκε σιγά σιγά από το 1833 και μετά καθώς κατά τη φυγή των Τούρκων από το νησί μας μεγάλα τμήματα γης (τσιφλίκια) πωλούνταν σε πλούσιους Έλληνες ή ξένους, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την εύφορη πεδιάδα και τα χωριά. Ο κοντινός οικισμός Άγ. Παντελεήμονας διατήρησε ακόμα και στις μέρες μας την παλιά του ονομασία «Τσιφλίκι».

 

Στα 1922 η περιοχή μας  δέχτηκε  πρόσφυγες που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή, οι οποίοι δημιούργησαν πολλά χωριά γύρω από την πόλη. Ο πιο κοντινός οικισμός είναι η Ν.Σινασσός, στην οποία εγκαταστάθηκαν άτομα από τη Σινασσό της Καππαδοκίας. Άλλα κοντινά χωριά που δημιουργήθηκαν ή εποικίστηκαν από πρόσφυγες είναι η Καστανιώτισσα (από την Εγκίν που βρίσκεται στα βάθη της Μ.Ασίας , σύνορα Τουρκίας και Ιράκ ), ο Ταξιάρχης (από το Μουρσαλή της Μ.Ασίας), ο Ν.Πύργος (από τον Πύργο, προάστειο της Κων/πόλεως). 
 

Το 1940 η Ιστιαία κατακτήθηκε και αυτή από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις και μετά από αυτή, όλη η περιοχή διχάστηκε και ταλαιπωρήθηκε από τον εμφύλιο του 1944-47. Από εκεί και μετά η ανάπτυξη της περιοχής άρχισε να γίνεται σταδιακά με την διεξαγωγή έργων στον βορειοευβοϊκό κάμπο. 
Σήμερα η περιοχή στηρίζεται στην αγροτική οικονομία, από την εκμετάλλευση του κάμπου,  και στον τουρισμό. Οι γύρω περιοχές έχουν μετατραπεί σε τουριστικά θέρετρα, αν και ακόμη ο ρυθμός ανάπτυξης είναι μικρός, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό την παρθενικότητα της περιοχής .

 

Αξιοθέατα

 

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Κυνηγετικού Συλλόγου Ιστιαίας 

Κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των ομοειδών μουσείων στην Ελλάδα, ως προς τον αριθμό και την σπανιότητα των εκθεμάτων. 212 βαλσαμωμένα ζώα και περισσότερα είδη πτηνών διεγείρουν το ενδιαφέρον του επισκέπτη.  Το μουσείο αυτό, που θεμελιώθηκε το 1995,  βρίσκεται δίπλα στο ποδοσφαιρικό γήπεδο της πόλης, κοντά στον ποταμό Ξηριά. 

 

 

Το  Λαογραφικό Μουσείο του Εκπολιτιστικού  και Περιηγητικού Συλλόγου Ιστιαίας
Μέσα στην πόλη της Ιστιαίας, ο Εκπολιτιστικός και Περιηγητικός Σύλλογος Ιστιαίας, έχει δημιουργήσει μια λαογραφική Συλλογή, που περιλαμβάνει αντικείμενα καθημερινής χρήσης, έπιπλα και οικοσκευή, παραδοσιακά υφαντά και κεντήματα, αλλά και σπάνια αντικείμενα των προσφύγων που ήρθαν στην περιοχή μας μετά το 1922. Η έκθεση συνοδεύεται από πλούσιο  φωτογραφικό υλικό.

 

Παναγία Ντινιούς 

Το εκκλησάκι που ανάγεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας  , αλλά ανακαινίστηκε το 1951, βρίσκεται γύρω στα 6 χλμ έξω από την πόλη της Ιστιαίας μέσα σε καταπράσινο δάσος από πλατάνια , στις όχθες ενός παραπόταμου του Ξηριά που λέγεται Δινιόρεμα. Φιλοξενεί τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, την επωνομαζόμενη Ντινιούς (=επιστροφή) από την παράδοση που θέλει η Εικόνα να σώζει έναν χριστιανό που κατέφυγε στη Χάρη της όταν τον πυροβόλησε ο Τούρκος διώκτης του, επιστρέφοντας τη σφαίρα και σκοτώνοντας τον Τούρκο . Το σημάδι από τη σφαίρα σώζεται πάνω στο μέτωπο της Παναγίας. Στις 23 Αυγούστου εορτάζεται με μεγάλη επισημότητα και επίσης μεγάλο πανηγύρι.

Ο Ταύρος των Ωρεών και το Λαογραφικό  Μουσείο  του Εξωραϊστικού Συλλόγου

Στην κωμόπολη των Ωρεών (6 χλμ), διασώζεται στον περίβολο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ελληνιστικός ταύρος σε στάση εφόρμησης, μήκους 3,2 μέτρων από θασιακό μάρμαρο. Ο ταύρος βρέθηκε θαμμένος στην παραλία τον Αύγουστο του 1965, έχει βάρος 6 τόνους και χρονολογείται στα 290-280 π.Χ. Θεωρείται ότι συμβολίζει την ισχύ της Πόλεως.

Ο εξωραϊστικός Σύλλογος της πόλης των Ωρεών, φέτος εγκαινίασε κι ένα λαογραφικό μουσείο, με εκθέματα από την καθημερινή ζωή των προγόνων μας που αξίζει τον κόπο να θαυμάσετε, το οποίο στεγάζεται στο παλιό κοινοτικό κτίριο.
 

Το Μεγάλο και το Μικρό Λιβάρι (=υδροβιότοπος ) στα Κανατάδικα Ιστιαίας

Στα 6 χλμ από την Ιστιαία υπάρχει η παραλία Κανατάδικα, στο άκρο της οποίας μπορούμε να συναντήσουμε τους υδροβιότοπους Μικρό και Μεγάλο Λιβάρι. Η περιοχή φιλοξενεί ποικιλία πτηνών και υδρόβιων. Παλαιότερα αποτελούσε καταφύγιο κύκνων που έρχονταν από το Βορρά και περνούσαν τον χειμώνα τους στην περιοχή μας, των οποίων ο πληθυσμός τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί από άγνωστη αιτία. 
 

Πύργος του ποιητή Δροσίνη και παράκτια οχυρά

Στο χωριό Γούβες, 12 χλμ από την Ιστιαία, διασώζεται κυκλικός πύργος που ανήκε στον παππού του ποιητή Δροσίνη, Κων/νο Πετροκόκκινο, αγοραστή του τσιφλικιού των Γουβών το 1831. Ο πύργος χτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Τούρκο ιδιοκτήτη, Ιμπραήμ Αγά και αποτελεί σύμβολο των Γουβών. Στην παραλία των Γουβών είναι χτισμένα παράκτια οχυρά πυροβολεία που έγιναν το 1938 επί δικτατορίας Μεταξά για να προστατεύσουν τον κόλπο του Παγασητικού και την πόλη του Βόλου από την επιδρομή των Δυνάμεων του Άξονα. 


Λαογραφικό Μουσείο Αγίου

Το Λαογραφικό Μουσείο Αγίου ιδρύθηκε το 2006 και μετά από πολύχρονες προσπάθειες εγκαινιάστηκε την 1-6-2013, στεγάζεται σε νεόκτιστο, νεοκλασσικό κτιρίο και είναι χώρος πολυθεματικός και ταυτόχρονα πολυλειτουργικός. Η συλλογή του αριθμεί 1000 περίπου εκθέματα , ενώ δίνεται η σπάνια ευκαιρία για Μουσείο στους επισκέπτες να περιεργαστούν σημαντικό μέρος των εκθεμάτων. Όλα τα εκθέματα προέρχονται από δωρεές των κατοίκων του χωριού και της ευρύτερης περιοχής.

 

Αρχαιολογική Συλλογή Αιδηψού

Η συλλογή φιλοξενείται στο κτίριο του ΕΟΤ στα Λουτρά Αιδηψού και είναι επισκέψιμη καθημερινά.

 

Η σπηλιά του Σύλλα στην Αιδηψό

Βρίσκεται στα Λουτρά Αιδηψού , κοντά στον Ι. Ν. Αγ . Φανουρίου. Πρόκειται για μικρή σπηλιά που ταυτίζεται με την παρουσία του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα στην Αιδηψό και την θεραπεία του από ποδάγρα, χρησιμοποιούταν στην εποχή του ως λουτρό και στην είσοδό της βρίσκονται μαρμάρινες στήλες με επιγραφές προς τιμήν Ρωμαίων Αυτοκρατόρων. Αποτελεί ένα από τα σωζόμενα ευρήματα της Ρωμαϊκής περιόδου. 

 

Ιστορία Ωρεών

 

Οι Ωρεοί μαζί με την Ιστιαία, είτε χωριστά είτε σαν ενότητα αποτελούν τον πυρήνα της ιστορίας της Β. Εύβοιας. Οι δύο πόλεις είναι πανάρχαιες και η παράλληλη ιστορία τους χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η πόλη γνώρισε πολλούς κατακτητές στα 2.500 και πλέον χρόνια της καταγραμμένης ιστορίας της.

Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Μακεδόνες, Ρωμαίοι, Ενετοί, Οθωμανοί, πέρασαν κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα από τα εδάφη της. Οι πρώτες ενδείξεις κατοίκισης της περιοχής χρονολογούνται στους νεολιθικούς χρόνους.

Το φρούριο που χρησιμοποιήθηκε και στην περίοδο της Ενετοκρατίας αλλά και από τους Οθωμανούς ονομάζεται από τους πορτολάνους σαν Oreo, Loreo ή Oroz. Κάτω από το κάστρο των Ωρεών βρίσκεται η μονόχωρη μικρή μεταβυζαντινή εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Η ανασκαφή που έγινε μπροστά από την είσοδό της αποκαλυψε μία ταφή μέσα σε μαρμάρινη σαρκοφάγο (σήμερα μέσα στο ναό) την οποία οι μελετητές αποδίδουν στον Επίσκοπο Ωρεού Ιωάννη.
Ο ναός έχει την Αγία Τράπεζα του λαξευμένη στον βράχο. Τον Αύγουστο του 1965 βρέθηκε στην παραλία ένας μαρμάρινος ταύρος μήκους 3,2 μέτρων της Ελληνιστικής εποχής, που σήμερα βρίσκεται μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο δίπλα από το ναό του Σωτήρος, στο λιμάνι.

Σε μια αίθουσα του Δήμου της πόλης φιλοξενούνται τα ευρήματα της Αρχαιολογικής Συλλογής των Ωρεών, τα οποία μαρτυρούν την παλιά αίγλη των Ωρεών της Ιστιαίας αλλά και της γύρω περιοχής.

 

Ιστορία Λίμνης

 

Το όνομα της Λίμνης Ευβοίας, προέρχεται από την ονομασία της αρχαίας πόλης «Ελύμνιον». Σύμφωνα με τη μυθολογία, στην αρχαία αυτή πόλη έγινε ο γάμος του Δία και της Ήρας. Το αρχαίο Ελύμνιον βρίσκονταν άλλοτε υπό την επίδραση της Χαλκίδας και άλλοτε της Ιστιαίας. Οι επιδρομές πειρατών αναγκάζουν τους κατοίκους να μεταφέρουν το 900 μ.Χ., το χωριό  στις θέσεις  Καστριά και Παναγιά. Τον  11ον αιώνα μ.Χ., ο Όσιος Χριστόδουλος επισκέπτεται το ερειπωμένο από τους πειρατές παραλιακό  Ελύμνιον. Στην άκρη  σήμερα της παραλίας υπάρχει το σπηλαιώδες εκκλησάκι του Οσίου. Στα χρόνια του ιππότη Λικάριου η ηπειρωτική πλέον Λίμνη  στη θέση Καστριά, βρίσκεται σε ακμή.Τον 16ον αιώνα αιγαιοπελαγίτες έποικοι καταφθάνουν στο παραλιακό Ελύμνιον. Τότε μεταφέρεται ξανά το χωριό στην παραλία κα δημιουργείται η σημερινή πόλη της Λίμνης. Την ίδια περίοδο βρίσκεται στην παραλία της Λίμνης η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που θα γίνει η προστάτιδα της. Το 1790, κάτοικοι της Λίμνης, μεταναστεύουν στη Σκιάθο, ιδρύοντας  τη συνοικία «Λιμνιά», που μέχρι και σήμερα υπάρχει στο νησί. Η ναυτική δύναμη της Λίμνης βοήθησε πολύ στην επανάσταση του 1821. Ο Αγγελής Γοβιός, πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου ήταν Λίμνιος. Ενεργή είναι και η συμμετοχή των κατοίκων της  Λίμνης στην αντίσταση κατά των Γερμανών με  σημαντική αντιστασιακή ηρωίδα, τηΛέλα Καραγιάννη. Από τη Λίμνη κατάγεται ο ευθυμογράφος  Νίκος Τσιφόρος, ο αρχιμουσικός Ιωάννης Μαργαζιώτης  και ο ζωγράφος Χάρης Βογιατζής. Στα νεότερα χρόνια, η εξόρυξη λευκόλιθου που εντοπίστηκε στην ευρύτερη περιοχή, συνέβαλε στην οικονομική της  ανάπτυξη.
   

Ιστορία των Ροβιών

 

Είναι χτισμένες μέσα στο τόξο που σχηματίζουν τα πευκόφυτα βουνά Τελέθριο και Καβαλάρης σε ένα τεράστιο ελαιώνα που ενώνει τους πρόποδες του βουνού με την θάλασσα.

Αναμφίβολα ιστορική γη οι Οροβίαι, αναφέρονται από το Στράβωνα, σε σχέση με το «αψευδέστατον» μαντείο του Σεληνούντιου Απόλλωνα στη θέση «Ταξιάρχης», κοντά στη μονή της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλλάντου. Αναφορικά με την προέλευση της ονομασίας της κάποιοι ερευνητές την αποδίδουν είτε στον όροβο (ρόβι), φυτό που ευδοκιμούσε στα εδάφη της και ήταν κατάλληλο για την τροφή των βοοειδών, ενώ κάποιοι άλλοι στον ονοκένταυρο, δηλαδή  Κένταυρο με κεφάλι όνου, Ορόβα.

Η περιοχή, που κατοικείται χωρίς διακοπή από τα Νεολιθικά χρόνια, δέχθηκε ισχυρό πλήγμα το 427 π.Χ., από παλιρροϊκού κύμα που δημιούργησε ισχυρός σεισμός και οι κάτοικοί της αποσύρθηκαν στη γύρω ορεινή περιοχή. Ιδιαίτερη σημασία απέκτησαν οι Ροβιές στα Βυζαντινά χρόνια, καθώς και στη Φραγκοβενετική περίοδο. Αψευδής μάρτυρας ο Πύργος  που ορθώνεται, έως σήμερα, στο κέντρο περίπου του οικισμού. Όταν στα 1470 η Εύβοια θα πέσει στα χέρια των Τούρκων, οι Ροβιές θα διατηρήσουν τη στρατιωτική και διοικητική σημασία τους, καθώς οι κατακτητές θα την ορίσουν ως πρωτεύουσα του ομώνυμου Δήμου (Nahiyie y Roviez) της περιοχής. 

Στα 1832 οι Ροβιές και η γύρω καλλιεργήσιμη γη θα πωληθούν από τον Τούρκο ιδιοκτήτη τους στον Απόστολο Δούμα, ενώ στα 1836 θα ενταχθούν στο νεοσύστατο Δήμο Αιγαίων, που είχε ως πρωτεύουσά του τη Λίμνη. Θα παραμείνουν σε αυτόν ως το 1912.

 

Το Προκόπι και το σκήνωμα του οσίου Ιωάννη Ρώσου

 

Το χωριό έχει λάβει την ονομασία του από το Προκόπιον της Καπαδοκίας. Σήμερα είναι γνωστό στο πανελλήνιο από το σκήνωμα του Οσίου Ιωάννη του Ρώσου, που έφεραν κατά τον ξεριζωμό μαζί τους ευσεβείς πρόσφυγες και εορτάζει στις 27 Μαϊου.

 

Στο νησί δε της Σκύρου στα Β.Α. παράλια, υπάρχει ο εξαιρετικός αρχαιολογικός χώρος του Παλαμαρίου, που αποτελείται από τον οικισμό και το λιμάνι και είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας, διότι είναι ένας από τους σπουδαιότερους προϊστορικούς οικισμούς του Αιγαίου της περιόδου του Χαλκού (2.500-1.800 π.χ.)

 

Ιστορία της Σκύρου

 

Η Σκύρος κατοικήθηκε από τη νεολιθική περίοδο ( 5500 – 2800 π.Χ. ) όπως μαρτυρούν τα λείψανα που έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές του νησιού. Ακμάζει κατά την πρώιμη εποχή του χαλκού ( 2800 – 1900 π.Χ. ) και φτάνει στο απόγειο της ακμής της κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο ( 1650 – 1100 π.Χ. ) Σημαντική παρουσία έχει η Σκύρος και στα γεωμετρικά και στα αρχαϊκά χρόνια. Το 475 π.Χ. κατακτάται από τους Αθηναίους και το 323 – 322 π.Χ. περνάει στα χέρια των Μακεδόνων. Το 197 π.Χ. την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι, για να τους διαδεχθούν οι Βυζαντινοί, οπότε και η Σκύρος υπήχθη στο θέμα του αιγαίου Πελάγους.

Η Σκύρος είχε επίσης και ποικίλες ονομασίες στην πορεία των αιώνων από την αρχαιότητα και τα χρόνια που ακολούθησαν, που οι περισσότερες όφειλαν την προέλευση τους στη μορφολογία, το έδαφος, τους λαούς και τη φύση της. Ονομάστηκε Αιγίβοτος ( αυτή που τρέφει αίγες), Ανεμόεσσα ( λόγω των ανέμων της), Πελασγία καθώς κατοικήθηκε από τους Πελασγούς, Δολοπία, νησί των Δολόπων, Περίρρυτος, περιβρεχόμενη από θάλασσα, Πελαγία, νησί του πελάγους, Σκύρος λόγω του πορώδους λίθου που εξορύσσονταν στα λατομεία της και άλλα πολλά ονόματα που αναφέρονται από αρχαίους και κατοπινούς συγγραφείς και γεωγράφους ανά διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Η Σκύρος αναφέρεται και στην Ελληνική μυθολογία και ενώ η παρουσία της ήταν αισθητή σε όλη την πορεία της Ελλάδας.

Τέσσερα είναι τα μυθικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται με τη Σκύρο. Ο Θησέας, Ο Λυκομήδης, ο Αχιλλέας και ο Νεοπτόλεμος.

Όταν ο Θησέας μετά τους άθλους του και την επιστροφή του από τον Άδη, απογοητευμένος από τον Μενεσθέα που του πήρε το θρόνο, αποφάσισε να πάει στη Σκύρο, από όπου και καταγόταν και είχε περιουσία από τον πατέρα του Αιγαία.

Φτάνοντας στη Σκύρο βασιλιάς ήταν ο Λυκομήδης, ο οποίος ενοχλημένος και φοβούμενος της παρουσίας του Θησέα, τον οποίο θεώρησε αμέσως ανταγωνιστή του θρόνου, αποφάσισε να τον εξοντώσει. Έτσι συνάντησε το τραγικό του τέλος στη Σκύρο, ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της Ελληνικής μυθολογίας.

Στο παλάτι του Λυκομήδη, έζησε όμως και ο Αχιλλέας, τον οποίο είχε κρύψει εδώ, η μητέρα του Θέτιδα, η οποία γνώριζε ότι αν ο γιος της πολεμούσε στη Τροία, θα είχε τραγικό τέλος. Στο παλάτι του Λυκομήδη, ο Αχιλλέας ερωτεύτηκε την Δηιδάμεια, κόρη του βασιλιά, όπου απόκτησαν ένα γιο, τον Πύρρο. Ο Οδυσσέας ήταν εκείνος που οδήγησε τον Αχιλλέα στη Τροία, καταφεύγοντας στο γνωστό του τέχνασμα της αναγνώρισης του Αχιλλέα και η ιστορία ακολούθησε τη γνωστή σε μας, πορεία της.

Μετά το θάνατο του Αχιλλέα, ο γιος του Πύρρος, σε ηλικία μόλις 12 ετών, πήγε στην Τροία, πάλι με την ανάμιξη του Οδυσσέα, και πολέμησε γενναία, για αυτό και ονομάστηκε και Νεοπτόλεμος ( νέος στον πόλεμο δηλ.).

Οι πρώτοι κάτοικοι της Ελλάδας ήταν οι Πελασγοί και μαζί με αυτούς και οι Κάρες, οι Λέλεγες, οι Δρύοπες και οι Δόλοπες. Φύλα από αυτούς τους λαούς κατοίκησαν και στη Σκύρο, όπου και έχουμε και τα πρώτα οχυρωματικά τείχη στη Σκύρο από τους Πελασγούς.

Η Σκύρος έγινε κτήση των Αθηναίων, μετά από απόφαση του Κίμωνα και εκτός από μικρές περιόδους, παρέμεινε Αθηναϊκή ηγεμονία για 389 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα οι κατακτητές εναλλάσσονταν από Αθηναίους, Πέρσες και Μακεδόνες, μέχρι το 197 π.Χ. όπου και έγινε Ρωμαϊκή κτήση.

Τη Ρωμαϊκή κυριαρχία διαδέχτηκε το Βυζάντιο οπότε και η Σκύρος υπήχθη στο θέμα του Αιγαίου Πελάγους και επικράτησε στο νησί η Χριστιανική θρησκεία.

Το 1204 η Κωνσταντινούπολη κατελήφθη από τους Σταυροφόρους, οπότε και άρχισε ο διαμελισμός της αυτοκρατορίας ανάμεσα στο φράγκο βασιλιά Βονιφάτιο τον Μομφερατικό και τον Δόγη της Βενετίας. Η Σκύρος κατελήφθη από τους αδερφούς Γκίζι, όπως και η Σκιάθος, η Σκόπελος και η Μύκονος, και έγινε κτήση Βενετών και Φράγκων.

Το 1538 η Σκύρος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, με πολλά προνόμια όμως, καθώς και το γεγονός ότι στο νησί δεν έμειναν για μεγάλο διάστημα ούτε τουρκικά στρατεύματα, ούτε Τούρκοι κυβερνήτες. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Σκύρος, υπέφερε πολύ από πειρατικές επιδρομές, που ανάγκαζαν τους κατοίκους της να καταφεύγουν στο κάστρο.

Στον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας του 1821, η Σκύρος πρόσφερε πολλά τόσο σε οικονομική, όσο και σε έμψυχη βοήθεια, καθώς έστειλε πολλούς ναύτες στον εθνικό στόλο, πρόσφερε καταφύγιο σε οπλαρχηγούς, ανέδειξε αρκετούς Φιλικούς και περιέθαλψε χιλιάδες πρόσφυγες από διάφορες πόλεις της Ελλάδας.

Σήμερα η παράδοση τα ήθη και τα έθιμα της Σκύρου μαρτυρούν τις αρχαίες καταβολές της, ενώ στα μουσεία της υπάρχουν τεκμήρια και μνημεία του σπουδαίου παρελθόντος της.